Φέρανε τ’ ασκιά με το λάδι οι λιτροβιαραίοι…

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

Άπειρες φορές τούτες οι λέξεις στροβιλίζουν στο μυαλό, σαν ήχος καμπάνας, που ναι μεν έπαψε να χτυπά πια, όμως ο αντίλαλός της, βουίζει ακόμη στα αυτιά, στο μυαλό και στα μάτια, σαν σημείο αναφοράς και μαγνάδι μιας ολόκληρης ζωής! Και πώς να γίνει διαφορετικά, αφού το υπερπολύτιμο Λευκαδίτικο λάδι, εκείνα τα δύσκολα χρόνια, δεν ήταν απλά η βάση της τροφής της οικογένειας, αλλά το σημείο αναφοράς, γύρο απ’ το οποίο εξαντλούνταν μια χρονιάρικη δραστηριότητα του Λευκαδίτη ξωμάχου, ήταν ο θησαυρός, που έφερνε ένα ικανοποιητικό εισόδημα στο σπίτι, αφού είχε εξαιρετική τιμή και ήταν περιζήτητο στην αγορά, ειδικότερα σε αυτήν του Ξηρόμερου, όπου πηγαινοέρχονταν οι Λευκαδίτες πραματευτάδες, με τα ασκιά το λάδι φορτωμένα στ’ άλογα, πουλούσαν το λάδι, ή το αντάλασσαν με στάρι και καλαμπόκι.
«Ήρταν οι λιτροβιαραίοι και φέρανε στ’ ασκιά το λάδι»!

Μέγα πανηγύρι στο σπιτικό! Μια στιγμή ανάσας για τον Λευκαδίτη, σαν έβλεπε τους κεχριμπαρένιους κόπους του να ρέουν και να γεμίζουν τα δεπόζιτα του σπιτιού, να κλείνουν μέσα τους τον λύθρο μιας τραχιάς ζωής! Τότε ξανάσαινε, τότε μπορούσε να ονειρεύεται καλύτερες μέρες και για τον ίδιο και για την φαμελιά του. Γιατί, «κυλώντας ένα βαρέλι λάδι, για την Χώρα, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, μπορούσαν να παντρέψουν το παιδί τους, ή να χτίσουν ακόμη και νέο σπιτικό», τόση ήταν η αξία αυτού του υπερπολύτιμου αγαθού, το οποίο, σήμερα, με τον ολοσχερή σχεδόν κοινωνικό μετασχηματισμό του νησιού και το πέρασμα του πληθυσμού απ’ τον πρωτογενή στον τριτογενή τομέα, έχει μειωθεί τραγικά… Τα φημισμένα λιοστάσια λόγγωσαν, οι γέρικες ελιές έγειραν κρυφά στην αγκαλιά του σχίνου και του βάτου, του σπάρτου και της κοκορευτιάς, οι αγροτικοί δρόμοι στέρεψαν απ’ το μελισσολόϊ των ξωμάχων, τα λιτροβιά των χωριών μόνο σαν επισκέψιμα αξιοθέατα των τουριστών στέκουν απορημένα…

Το Λευκαδίτικο λιτροβιό! Αυτή η μικρή «βιομηχανική μονάδα» των χωριών της Λευκάδος, η οποία παρήγαγε, με μηχανικά μέσα, το πολύτιμο και ευλογημένο λάδι, που, μαζί με το κρασί, αποτελούσαν τα ποσσέσα και τα εμπορεύσιμα προϊόντα, από τα οποία ζούσε και κάλυπτε όλες τις βιοτικές ανάγκες της οικογένειάς του ο χωρικός. Ήταν, δε, τόσο μεγάλη η πρεμούρα και η ανάγκη για το λάδι, ώστε, πολλές φορές, όταν, σε κάποιο σπίτι δεν υπήρχε η απαραίτητη ποσότητα, για ολόκληρο τον χρόνο, τότε, η νοικοκυρά του σπιτιού, αναγκάζονταν να καταφύγει στο σπ(ει)ροδιάλεγμα, δηλαδή να πηγαίνει στα λιοστάσια, στα οποία ήδη είχαν μαζέψει τις ελιές, προκειμένου, να μαζέψει απομεινάρια του λιόκαρπου, με τον ντορβά δεμένο στην μέση. Μπορούσε, όμως, με το ασπροδιάλεγμα, να μαζέψει ικανή ποσότητα ελιών, το λάδι των οποίων θα το διέθετε για να αγοράσει, από τους πλανόδιους εμπόρους, αρκετά ρούχα, για την προίκα των κοριτσιών της, ρούχα, τα οποία, δεν μπορούσε η ίδια να κατασκευάσει στον αργαλειό της. Μάλιστα, ήταν σταθερή συνήθεια, να μην κλείνουν τα λιτροβιά, τον Μάρτη μήνα, όταν τελείωναν τις ελιές όλοι οι χωρικοί, αλλά να τα κρατούν ανοιχτά, για κάποιες μέρες ακόμη, ώστε, όλες οι σπροδιαλέχτρες γυναίκες να κάνουν και αυτές τις ελιές, που είχαν συγκεντρώσει, με τόσους κόπους και θυσίες, κυνηγώντας, μία-μία, τις ελιές στα λιοστάσια.


Το Λευκαδίτικο λιτροβιό είχε ειδική διαρρύθμιση και χώρους. Η αλεστική ήταν το μέρος στο οποίο πολτοποιούνταν ο λιόκαρπος και διαμορφώνονταν σε παχύρρευστη μάζα, το λεγόμενο ζυμάρι. Είχε, η αλεστική, υπερυψωμένο κυκλικό σχήμα, με μεταλλικό παραπέτασμα, το οποίο στερεώνονταν, περιμετρικά, πάνω σε επίπεδο πέτρινο όγκο, την κατάστρα, επίσης, ίσου κυκλικού σχήματος. Πάνω στην κατάστρα περιστρέφονταν τα δύο πέτρινα λιθάρια της αλεστικής, τα οποία κινούνταν κυκλικά, στηριγμένα σε περιστρεφόμενο μοχλό στο κέντρο της αλεστικής.


Τα λιθάρια κατασκευάζονταν από ειδικούς τεχνίτες, οι οποίοι σμίλευαν, στην κυριολεξία την άμορφη πέτρα και δημιουργούσαν, με απόλυτη συμμετρία αυτά τα λιθάρια. Επέλεγαν, τους καλοκαιρινούς μήνες, την πέτρα, κυρίως σκληρή στουρναρόπετρα, η οποία ήταν ένα μεγάλο κοντρί, με σκληρό πέτρωμα και όχι μαλακή υφή και άρχιζαν το σμίλεμα με το σφυρί και το σιδερένιο λοσταράκι, το καλέμι, για μέρες ολόκληρες. Μεγάλη προσοχή και επιμέλεια έδιναν στην δημιουργία της τρύπας στο μέσον, για την οποία απαιτούνταν, εμπειρικά βέβαια, γνώσεις γεωμετρίας, προκειμένου να είναι ακριβώς στο κέντρο, ώστε να γυρίζουν τα λιθάρια στον άξονα της αλεστικής.

Η κίνηση των λιθαριών γίνονταν με το ζέψιμο του αλόγου στον ζυγό, ένα μακρύ χονδρό ξύλο, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με τον κεντρικό άξονα της αλεστικής και τα δύο πέτρινα λιθάρια. Πόσες φορές δεν τρέξαμε με το σχόλασμα του σχολειού στο λιτροβιό του μπάρμπα Χρήστου του Παπαδόπουλου, «του Χρήστου του Μπούκα», όπως τον ξέραμε όλοι στο χωριό, και κρεμαστήκαμε στον ζυγό γυρνώντας μαζί με το άλογο κυκλικά στην αλεστική! Γέμιζαν αυτή την αλεστική με λιόκαρπο και ξεκινούσε η διαδικασία πολτοποίησης, η οποία επιτυγχάνονταν με την κίνηση του αλόγου και την συνεπακόλουθη κίνηση των δύο λιθαριών, τα οποία πολτοποιούσαν τον λιόκαρπο και τον μετέτρεπαν σε ζυμάρι, που στη συνέχεια, έπαιρναν οι λιτροβαραίοι και το τοποθετούσαν, μέσα στα φακελλοειδή τσόλια, που με την σειρά τα τοποθετούσαν στο πιεστήριο.
Το πιεστήριο αποτελούνταν από την πάνω πλάντρα, η οποία ήταν βαριά μεταλλική κατασκευή, στο πάνω μέρος του πιεστηρίου, την οποία κινούσε, προς τα κάτω, ένα χοντρό βιδωτό σίδερο, το αδράχτι, το οποίο έπαιρνε κίνηση από το βίτζι, συνδεδεμένα τα δύο μέρη, με χοντρό ατσαλόσυρμα. Κινούμενη η πλάντρα προς τα κάτω, πίεζε τα φακελοειδή τσόλια, μέσα στα οποία είχαν τοποθετήσει το ζυμάρι του λιόκαρπου και έρεε το κεχριμπαρένιο λάδι στο σκαφίδι, που ήταν στη βάση του πιεστηρίου! Ο αριθμός των τσολιών στο πιεστήριο ήταν, περίπου, πενήντα, δηλαδή μια «στάση», όπως έλεγαν. Κατά την διάρκεια του στυψίματος, πετούσαν συνεχώς καυτό νερό στα τσόλια, αφού, όπως ισχυρίζονταν χαρακτηριστικά, το καυτό νερό έβγαζε το λάδι.

Αυτό το καυτό νερό το έπαιρναν από το καζάνι, το οποίο έβραζε, επί μονίμου βάσεως, χρησιμοποιώντας, σαν καύσιμη ύλη, το λιοκόκι, δηλαδή τα απομεινάρια του στυψίματος μέσα στα τσόλια, που αποτελούνταν από τον πυρήνα και το φλοιό του λιόκαρπου. Μάλιστα, το αρχικό υλικό με μορφή πλάκας, πριν διαλυθεί, το οποίο έβγαινε από τα τσόλια, οι περίφημες «σβεντίνες», μέρος των οποίων χρησίμευε σαν καύσιμη ύλη, διότι το υπόλοιπο λιοκόκι το πουλούσαν, κυρίως στην ΒΕΣΟ στην Πάτρα, για περαιτέρω επεξεργασία, όπου έβγαζαν το πυρηνέλαιο. Ετούτο το καζάνι και η αδιάκοπη φωτιά ήταν η παιδική μας γωνιά και για να ζεσταθούμε, αλλά και για να φτιάξουμε τις «προμάδες», το ψημένο ψωμί, που βουτούσαμε στο σκαφίδι με το νιό λάδι και ήταν η μεγάλη μας χαρά και απόλαυση! Και εκείνος ο μπάρμπα Χρήστος ο Μπούκας, ο καραβοκύρης του λιτροβιού, όπως των φώναζαν οι λιτροβιαραίοι, ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, δεν μας χαλούσε χατίρι, μας άφηνε να καβαλάμε τον ζυγό της αλεστικής, να ψήνομε τις προμάδες στο καζάνι, να παίζουμε ώρες ατέλειωτες πάνω στον σωρό με το λιοκόκι, όπου έβλεπες τις γαλότσες μας να γυαλίζουν σαν καινούργιες…


Το μέτρημα του παραγόμενου λαδιού, δεν γίνονταν, όπως σήμερα, με τα κιλά, σαν ποσοστό το παραγόμενο λάδι επί του συνόλου του λιόκαρπου, αλλά με μια σειρά ειδικών μέτρων μέτρησης χωρητικότητας υγρών, η οποία σειρά ήταν η εξής: ξεκινούσε με το καρτεζίνι, το οποίο αντιστοιχούσε, περίπου, με εκατόν είκοσι σημερινά γραμμάρια. Τέσσερα καρτεζίνια μαζί, αποτελούσαν ένα καρτούτσο, περίπου μισό σημερινό κιλό. Τέσσερα καρτούτσα μαζί, αποτελούσαν την πίντα, περίπου δύο σημερινά κιλά. Τέσσερεις πίντες μαζί, αποτελούσαν το «μέτρο», περίπου σήμερα οκτώ κιλά. Το μέτρο, λοιπόν, το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με το συμβατικώς ενοούμενο μέτρο των αποστάσεων, ήταν ένα δοχείο, το οποίο έπαιρνε μέσα, περίπου, οκτώ σημερινά κιλά και το οποίο χρησίμευε σαν βάση μέτρησης του παραγόμενου λαδιού. Αν επιθυμούμε, να πραγματοποιήσουμε, αναλυτικά, την υποδιαίρεση του μέτρου, θα πούμε, ότι, αποτελούνταν, από τέσσερεις πίντες, ή δεκαέξι καρτούτσα, ή εξηντατέσσερα καρτεζίνια.


Στην ορολογία των Λευκαδίων ξωμάχων, για το ποιά απόδοση είχε ο λιόκαρπός τους επικρατούσε ο όρος: «οι ελιές μ’ πήγαν κ(ι)λόμετρες». Τι εννοούσαν; Εννοούσαν ότι, ένα κιλό λιόκαρπος τους έδωσε ένα μέτρο λάδι, όπου, το κιλό ο λιόκαρπος δεν έχει και πάλι καμία σχέση με το σημερινό κιλό, αλλά, αποτελούνταν από δύο τενεκέδες, λάτες τις έλεγαν, λιόκαρπο. Αν μεταφράσουμε την χωρητικότητα των τενεκέδων σε σημερινά κιλά, είναι, περίπου, πενήντα κιλά λιόκαρπος. Αν τώρα, δεχθούμε, όπως αναλύσαμε παραπάνω, ότι το μέτρο του λαδιού ήταν, περίπου, οκτώ σημερινά κιλά, τότε, με τα σημερινά δεδομένα, πενήντα κιλά λιόκαρπος, τους έδινε οκτώ κιλά λάδι, δηλαδή κιλό ελιές και μέτρο λάδι, άρα, οι ελιές είχαν απόδοση «κιλόμετρη».


Στο λιτροβιό υπήρχε ο αρχηγός, ο επονομαζόμενος καραβοκύρης, όπως προανάφεραμε, τον οποίο πάντα έτσι προσφωνούσαν στο χωριό, και πέντε-έξι εργάτες, οι λιτροβιαραίοι, οι οποίοι κινούσαν τα μηχανήματα, έμπαζαν στο λιτροβιό τον λιόκαρπο, και μετέφεραν το λάδι στα σπίτια με τα ασκιά. Ο καραβοκύρης, θαμπά τα πρωινά, χτυπούσε το κόρνο, ένα μεγάλο ειδικό κοχύλι, την μπουρού των παλιών καραβιών, που παράγει, με το φύσημα, χαρακτηριστικό ήχο, για να καλέσει τους λιτροβιαραίους στην δουλειά, αφού μιλάμε για εποχές, που δεν υπήρχαν ξυπνητήρια, αλλά χρησιμοποιούσαν, για ξυπνητήρι, το πρώτο λάλημα του κόκορα. Ο καραβοκύρης έπρεπε να έχει «καπίτλα» ανθρώπου καλοπροαίρετου, καλοσυνάτου και εξυπηρετικού, αφού, ήταν υποχρεωμένος, σε πολλές περιπτώσεις, να δανείζει και λάδι στους χωρικούς, όταν, πολλοί εξ αυτών, περί τον Αύγουστο μήνα, είχαν τελειώσει το λάδι της χρονιάς και δανείζονταν εν όψει της νέας παραγωγής. Αυτός ο δανεισμός γίνονταν από το λάδι, το οποίο συγκέντρωνε το λιτροβιό από το ξάι και το οποίο τοποθετούσαν μέσα σε μεγάλες καπάσες. Αυτό το ξάι, συνολικά, στο τέλος της περιόδου, μοιράζονταν ως εξής: Την μισή ποσότητα έπαιρνε ο καραβοκύρης και ιδοκτήτης του λιτροβιού και την άλλη μισή οι λιτροβιαραίοι, οι οποίοι έπαιρναν μερίδιο και από την πώληση του λιοκοκιού.


Το παραγόμενο λιοκόκι συγκεντρώνονταν σε σωρό, σε στεγασμένο εξωτερικό χώρο, ή σε μια γωνιά του λιτροβιού, αν ήταν μεγάλο κι αβέρτο το οίκημα, και χρησίμευε σαν πρώτη ύλη στην φωτιά του λιτροβιού, ή, το διέθεταν στο εμπόριο, προκειμένου να πάει στα πυρηνελαιουργεία, όπου υφίστατο περαιτέρω επεξεργασία, για την παραγωγή του πυρηνέλαιου, όπως στην βιομηχανία της ΒΕΣΟ στην Πάτρα, που προαναφέραμε.

Η πληρωμή του λιτροβιού δεν γίνονταν με χρήματα, αλλά με λάδι, το περίφημο «ξάϊ», το οποίο ήταν το ένα έκτο του παραγόμενου λαδιού, η μέτρηση του οποίου γίνονταν με τα προαναφερθέντα μέσα μέτρησης. Ο χωρικός, που πήγαινε τις ελιές, και κατά κανόνα απασχολούσε ολημερίς το λιτροβιό, ήταν υποχρεωμένος, να φτιάξει το μεσημεριανό φαγητό, για τους λιτροβιαραίους, να τους «κάνει τα έξοδα», όπως έλεγαν χαρακτηριστικά. Κύρια φαγητά, που έφτιαχναν οι νοικοκυρές, ήταν ο μπακαλιάρος με πατάτες, η ρυζόπιτα, η φασολάδα και το κοφίσι. Το τελευταίο, που δεν υπάρχει σήμερα στο εμπόριο, ήταν μια μορφή μπακαλιάρου, αλλά πολύ ξερό, σαν σχίζα, έλεγαν χαριτολογώντας, και το οποίο, οι νοικοκυρές, για να μαλακώσει, το έβαζαν στον μόσκιο, δηλαδή μέσα σε νερό, επί μια ημέρα και ακολούθως το έβραζαν σαν τον μπακαλιάρο με πατάτες.

Τα τσόλια, για τα οποία κάναμε λόγω ανωτέρω, είχαν το σχήμα και την διαρρύθμιση ενός πολύ μεγάλου τετράγωνου ταχυδρομικού φακέλου. Κατασκευάζονταν, σε ειδικά εργαστήρια, στην Πρέβεζα και στην Άρτα και τα αγόραζαν στην μεγάλη εμποροπανήγυρη του Αγίου Δημητρίου, που γίνονταν, από τους χρόνους της τουρκοκρατίας, ακόμη, στην Φιλιππιάδα, κάθε Οκτώβρη, και στο οποίο πανηγύρι πήγαιναν, με τα πόδια, μιάμιση μέρα περπάτημα να πάνε και μιάμιση να γυρίσουν, αρκετοί Λευκαδίτες για να προμηθευθούν ρούχα, αλλά αγόραζαν και ζώα, κυρίως Ηπειρώτικα άλογα και μουλάρια, στα οποία φόρτωναν τα ψώνια και γυρνούσαν. Τα τσόλια δημιουργούνταν από γίδινο μαλλί, το οποίο είναι καλός αγωγός για το λάδι, δηλαδή, δεν το κατακρατεί και χρησιμοποιούνταν για μια διετία στο λιτροβιό, διότι, το πιεστήριο και τα καυτά νερά, τα διέλυαν, με το πέρασμα της διετίας.

Όταν έπαιρναν καινούργια τσόλια, τότε, τα παλιά, τα μοίραζε ο καραβοκύρης στα νοικοκυριά του χωριού, όπου τα άνοιγαν και τα χρησιμοποιούσαν, σαν στρωσίδια, μπροστά στην γωνιά του σπιτιού, για ζεστασιά, αλλά και διακόσμηση του χώρου της κουζίνας. Μάλιστα, αυτό το μοίρασμα των τσολιών, γίνονταν, από τον καραβοκύρη του λιτροβιού, με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια, προκειμένου, να πάρουν όλοι οι χωρικοί και να μην υπάρχουν παράπονα και κόντρες, αφού βρισκόμαστε σε εποχές, που οι κουζίνες των σπιτιών στρώνονταν μόνο με αυτά τα τσόλια και με μερικά λουριδένια, τα οποία κατασκεύαζε στον αργαλειό της η νοικοκυρά του σπιτιού.

Ο φωτισμός του λιτροβιού, αφού λειτουργούσε μέχρι αργά το βράδυ, γίνονταν με τις περίφημες λυχνάρες, τις οποίες τροφοδοτούσαν συνεχώς με λάδι! Σαν να ήταν χθες… Ενθυμούμαι στο λιτροβιό του Μπούκα να κρέμονται απ’ τα ματέρια πέντε μεγάλες λυχνάρες, οι οποίες, σε τετράγωνο σχήμα, είχαν τέσσερα φυτίλια η κάθε μία, ένα σε κάθε γωνιά της λυχνάρας του… Βραδινά στο λιτροβιό! Υπέροχη κυψέλη παραγωγής λαδιού, μα και πολιτισμού και αλληλεγγύης! Με τους λιτροβιαραίους πρωταγωνιστές αλλά και τους επισκέπτες συγχωριανούς, οι οποίοι, δίκην καφενέ, περνούσαν αρετές ώρες στο λιτροβιό, ειδικά τα κρυερά βράδια μπροστά στο καζάνι με την φωτιά! Τα χωρατά τους, έδιναν και έπαιρναν, τα αστεία τους, τα κουτσομπολιά τους για τα κατώγια, που πήγαιναν και έπαιρναν τον λιόκαρπο, αλλά και επέστρεφαν με το λάδι μέσα στα ασκιά, να αξιολογούν το μέγεθος του νοικοκυριού του καθενός, αφού αυτά τα χρόνια ο «Νοικοκύρης» μετρούνταν με το πόσες βαρέλες λάδι έκανε το χρόνο και πόσα δεπόζιτα, ή πύλες λαδιού είχε στο κατώι του…

The post Φέρανε τ’ ασκιά με το λάδι οι λιτροβιαραίοι… appeared first on aromalefkadas – Ενημερωτική ιστοσελίδα της Λευκάδας.

Πηγή: Aromalefkadas.gr


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.