Το φάντασμα της ύφεσης

Η κυβέρνηση προέβαλλε με μεγάλη ένταση, όπως προέκυψε από την χθεσινή ενημέρωση των πολιτικών συντακτών από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Δημήτρη Τζανακόπουλο, την διαδικασία ανταλλαγής ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, η οποία όντως κατά γενική ομολογία ολοκληρώθηκε με μεγάλη επιτυχία.

Αυτή ήταν η δεύτερη επιτυχής έξοδος στις αγορές μετά από αυτήν του περασμένου Ιουλίου και η οποία στοχεύει στην αναδιαμόρφωση του προφίλ του ελληνικού χρέους, ώστε αυτό να καταστεί ευκολότερα διαπραγματεύσιμο στις διεθνείς αγορές.

Με φόντο την επιχείρηση διαμόρφωσης καλύτερων συνθηκών για την πρόσβαση στις αγορές χρήματος μετά τον Αύγουστο του 2018, μετά τη λήξη του τρίτου μνημονίου, οφείλει κανείς να διαβάσει προσεκτικά τα στοιχεία.

Ο ΟΟΣΑ προβλέπει, και σε σχέση με τον προϋπολογισμό του 2017 που κάνει πρόβλεψη για ανάπτυξη 2,7% αλλά και με την μετέπειτα αναθεώρηση την προσδιορίζει στο 1,6%, μικρότερη ανάπτυξη, δηλ. 1,4%.

Ουδείς γνωρίζει, εάν θα επαληθευθεί η τελευταία πρόβλεψη του ΟΟΣΑ, αν και ενδέχεται να είναι μικρότερη από αυτή την προβλέπει το οικονομικό επιτελείο. Αυτό όμως δεν έχει τόσο σημασία, αλλά κανείς θα πρέπει να εστιάσει, στα μηνιαία ή τριμηνιαία στοιχεία για την ανάπτυξη που συγκρίνεται πάντα με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους.

Για να το αντιληφθεί κανείς πως γίνεται αυτό, αρκεί να διαβάσει το εξής παράδειγμα: Η ανάπτυξη του πρώτου τριμήνου του 2018 συγκρίνεται με την ανάπτυξη του πρώτου τριμήνου του 2017 και από αυτή τη σύγκριση εξάγεται η ποσοστιαία αύξηση. Στη συνέχεια θα αθροιστεί στο τέλος η ανάπτυξη των τεσσάρων τριμήνων για να βγει η ετήσια ανάπτυξη. Όμως αυτό έχει ένα πρόβλημα.

Η ανάπτυξη το πρώτο τρίμηνο του 2017 ήταν 0,4% (επίσημες ανακοινώσεις). Η ανάπτυξη το δεύτερο τρίμηνο του 2017 ήταν 0,8% (επίσημες ανακοινώσεις). Η ανάπτυξη το τρίτο τρίμηνο του 2017 θα ανακοινωθεί πριν από το Eurogroup της 4ης Δεκεμβρίου, σύμφωνα με τον επίσημο προγραμματισμό. Η ανάπτυξη του τετάρτου τριμήνου του 2017 (δηλ. το τρέχον τρίμηνο) και τα σχετικά απολογιστικά στοιχεία θα ανακοινωθούν περίπου τον Μάρτιο του 2018.

Εδώ, ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Εάν μιλάμε για μια ετήσια πρόβλεψη ανάπτυξης της κλίμακας 1,4-1,6%, τότε αφού τα δυο πρώτα τρίμηνα είχαμε συνολική ανάπτυξη 1,2%, τότε το τρίτο τρίμηνο που είναι και τουριστική περίοδος, πόση ήταν η ανάπτυξη που δικαιολογημένα όλοι την προέβλεπαν αυξημένη; Το αντίστοιχο, τρίτο τρίμηνο του 2016, η ανάπτυξη ήταν 1,5%.

Εάν η ανάπτυξη το τρίτο τρίμηνο του 2017 έμεινε στάσιμη, δηλ. στο αποτέλεσμα της ετήσιας ανάπτυξης (1,4%-1,6%) θα έχουμε ανάπτυξη πρώτου εξαμήνου στο 1,2%. Άρα, στα υπόλοιπα δυο τρίμηνα του 2017, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το τουριστικό τρίμηνο, θα καταγραφεί συνολική ανάπτυξη 0,2-0,4%.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία «κόλλησε» και εάν όντως τα στοιχεία του τρίτου και τέταρτου τριμήνου δεν είναι πολύ υψηλά, η Ελλάδα κινδυνεύει να επιστρέψει και πάλι στην ύφεση με ότι αυτό σημαίνει και ιδιαίτερα με τον κίνδυνο να αποδειχθεί η ανάκαμψη «βραχύβια και εύθραυστη».

Και αυτό δεν το θέλει κανείς, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία προετοιμάζεται η μετάβαση σε μια νέα εποχή για την ελληνική οικονομία και την οριστική έξοδο από την κρίση. Το μείζον είναι να διορθωθούν άμεσα οι όποιες στρεβλώσεις, οι αστοχίες στο φορολογικό σύστημα, να αντιμετωπιστούν το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, να προωθηθούν αλλαγές στη δημόσια διοίκηση, κ.α. ώστε οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης, έστω και μικροί να μην αποτελέσουν ένα βραχύβιο διάλειμμα στην κρίση.

Η επιστροφή στο χθες θα είναι ολέθρια με το φάντασμα της ύφεσης να πλανάται πάνω από την ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Πηγή: Tovima.gr


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.