Το «βάναυσο» τέλος της αθωότητας για όλους και για όλα

«Δεν είναι δυνατό να γίνουν επαναστάσεις με ροδόνερο» (Νικολά Σαμφόρ)

Την Πέμπτη συμπληρώθηκαν 10 ολόκληρα χρόνια από τη στιγμή που δολοφονήθηκε στα Εξάρχεια από σφαίρα αστυνομικού ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Μία στιγμή που χαράχτηκε έντονα στις μνήμες ολόκληρης της σύγχρονης νεοελληνικής κοινωνίας.

Σε κάθε τέτοια περίπτωση αρχίζει εύρος συζητήσεων. Από επιστημονικού περιεχομένου αναζητήσεις και καταγραφές μέχρι κουτσομπολίστικες και φτηνιάρικες προσεγγίσεις (που χαρακτηρίζουν τους εκφραστές τους). Σε αυτό που πρέπει να συμφωνήσουν όλοι οι σοβαροί άνθρωποι σε αυτή την κοινωνία είναι πως πρόκειται για μία εγκληματική ενέργεια που άνοιξε παράλληλα από τότε ένα νέο κεφάλαιο στον ήδη πολλάκις ταραγμένο ελλαδικό χώρο.

Σε κάθε παρόμοια συγκυρία είναι χρήσιμο να διερευνούμε και το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο έλαβε χώρα. Εκείνη την εποχή η τότε κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, παρότι είχε ανανεώσει τη θητεία της σχετικά πρόσφατα (μόλις το Σεπτέμβριο του 2007, με διαφορά 3,74 ποσοστιαίων μονάδων από το δεύτερο ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου), βρισκόταν αντιμέτωπη με μία σειρά πιέσεων και καταστάσεων που την ανάγκαζαν να βρίσκεται συνεχώς σε δύσκολη θέση.

Δεν ήταν μία κυβέρνηση που μπορούσε απερίσπαστη να ασκήσει κυβερνητικά καθήκοντα στη βάση ενός πολιτικού «οραματισμού» (προφανώς κάνουμε λόγο για κεντροδεξιάς κοπής), αλλά ένας «διαρκής στόχος» για όλους… Mε πολύ ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που ενδεχομένως εύκολα θα ανατρεπόταν αν οι συγκυρίες το όριζαν.

Και στα Εξάρχεια, για όσους θυμούνται, εκείνο το διάστημα συχνά πυκνά υπήρχαν στιγμές έντασης ανάμεσα σε διμοιρίες των ΜΑΤ και ομάδες αναρχικών και λεγόμενων «άγριων νεολαίων». Ειδικά μετά τα όσα είχαν προηγηθεί στις έντονα ρηξιακές και ισχυρές φοιτητικές διαδηλώσεις των προηγούμενων ετών, που είχαν συμβάλλει στη δημιουργία μίας νέας γενιάς αντίστασης.

Νέοι άνθρωποι που σε ένα διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό ήθελαν στην κυριολεξία να συγκρουστούν με το σύστημα, με το κράτος, με τις κατασταλτικές δυνάμεις, υιοθετώντας τρόπους δράσης που άνηκαν κυρίως στις μεθοδολογίες της εξεγερτικής αναρχίας.

Όταν, λοιπόν, ο Κορκονέας αποφάσισε να παραβεί την εντολή που του είχε δώσει το κέντρο για να πάει σε συγκεκριμένο περιστατικό σε άλλη περιοχή και αποφάσισε να γυρίσει στα Εξάρχεια για να παραστήσει τον «καουμπόι», μάλλον δεν μπορούσε να φανταστεί πως οι κινήσεις του (και οι τραγικές συνέπειες των επιλογών του) θα αποκτούσαν μετά από λίγα λεπτά ιστορικές διαστάσεις.

Γιατί πέρα από το «εγκληματολογικό» του πράγματος, χαράχτηκε μία τομή στη νεότερη ιστορία του ελλαδικού χώρου με πολλές και διάφορες προεκτάσεις. Αυτά, όμως, μπορούν να προκύψουν ως συμπεράσματα προς περαιτέρω διαβούλευση, όχι σε κοντινά χρονικά διαστήματα από το «εστιακό γεγονός», αλλά στο απαραίτητο μάκρος χρόνου.

Τα μετέπειτα που ακολούθησαν έρχονται να συμπληρώσουν το παζλ και να δικαιολογήσουν όσους θεωρούν πως σημειώθηκε τότε μία αλλαγή μεγάλων διαστάσεων, έστω και στο σημειολογικό επίπεδο. Μην αγνοούμε, δίχως να μπορούμε επ΄ουδενί να αναδείξουμε-αποδείξουμε με κάποια βεβαιότητα ευθείς συσχετισμούς, πως ενάμισι χρόνο αργότερα η Ελλάδα φόραγε την «τροϊκανή θηλιά» και εξαναγκαστικά θα βίωνε όλα τα συναφή που περιγράφουν την επαχθή μνημονιακή εποχή.

Το Δεκέμβριο του 2008 ο ελλαδικός χώρος διένυε τα τελευταία στάδια μίας άλλης εποχής, να το πούμε κάπως αδόκιμα «ευμάρειας» (έστω και επίπλαστης), με βασική προτεραιότητα για τους περισσότερους το «ευ ζειν».

Οι σφαίρες του Κορκονέα ήταν το «βάναυσο» τέλος της αθωότητας για όλους και για όλα. Για όσους ήταν εκεί μπροστά ή στα πέριξ, για όσους συνειδητοποίησαν τι μπορεί να γίνει στα ξαφνικά εξαιτίας αυτών που είναι επιφορτισμένοι με βάση το νόμο να προστατεύουν…, πόσο εύκολα μπορεί ένας 15χρονος να χάσει τη ζωή του (όταν αυτή ακριβώς βρισκόταν στην αφετηρία για την περιπετειώδη περιήγηση στους λαβύρινθούς της), πόσο άγρια μπορεί να ξεσπάσει η οργή μίας νεολαίας (κυρίως) για μία τέτοια στυγερή δολοφονία, πόσο εύκολα μπορούν από το πουθενά να διαψευστούν τα πορίσματα για «αποπροσανατολισμένη νεολαία», για «γενιές του καναπέ», και πάει λέγοντας.

Ο Δεκέμβρης του 2008, αν κρίνουμε από τα ουσιαστικά ποιοτικά χαρακτηριστικά του συμβάντος, μάλλον αποτελεί ένα διαχρονικό σύμβολο που στρέφεται κατά της αστυνομικής αυθαιρεσίας που αφαίρεσε τη ζωή ενός παιδιού. Κατά της κρατικής καταστολής, δηλαδή, που υπερβαίνει όρια και εκδηλώνει αντι-ανθρώπινα απωθημένα και συμπεριφορές.

Αυτό, από εκεί και πέρα, δίνει τη δυνατότητα σε κάθε πολιτική δύναμη να χειριστεί όπως η ίδια επιλέγει το ζήτημα. Άλλοι θα μιλήσουν για ανάγκη μίας πιο προοδευτικής αστυνόμευσης και για εμβάθυνση του εκδημοκρατισμού, και στα σώματα ασφαλείας, και στην ίδια την κοινωνία. Άλλοι θα μιλήσουν για τους αγώνες της νεολαίας που πρέπει να γίνονται με κάθε πιθανή διαθέσιμη αφορμή και να συνθέτουν το προσκήνιο των κοινωνικών κινητικοτήτων. Άλλοι κάνουν λόγο για μία επαναστατική προοπτική που θα βοηθηθεί από τέτοιες συγκυρίες.

Ενώ υπάρχουν και εκείνοι που θα εξεγερθούν «στο εδώ και στο τώρα», χρησιμοποιώντας τις γνωστές βίαιες πρακτικές που αναπτύσσονται και στη συγκεκριμένη επέτειο, και σε εκείνη του Πολυτεχνείου, και με διάφορες άλλες αφορμές.

Ένα από τα πιο εύστοχα συνθήματα που έχουν γραφτεί για τη συγκεκριμένη επέτειο φαίνεται να είναι εκείνο που κάνει λόγο πως «ο Δεκέμβρης δεν ήταν η απάντηση, αλλά ήταν η ερώτηση». Γιατί αναγνωρίζει την ιστορική συνέχεια, γιατί τοποθετεί τη συγκεκριμένη εξέγερση σε μία ορθολογική βάση, γιατί μάλλον διαχωρίζει την πρακτική ουσία ενός δικαιολογημένου ξεσπάσματος από μία ριζική επαναστατική-ολική αλλαγή.

Από την καταγραφή των αιτιάσεων μας για τον τρόπο ζωής που μας επιβάλλεται για συγκεκριμένους λόγους (και από συγκεκριμένα συμφέροντα) σε ένα πέρασμα, άραγε, στο καθήκον για πάλη για να πάρουν τα κοινωνικά ηνία οι πολλοί; Δηλαδή, οι δυνάμεις της κοινωνίας που θέλουν να αναμορφώσουν την πραγματικότητα προς το ανθρωπινότερο, προς το δικαιότερο, προς το πολυ-συμμετοχικό.

Και από τότε, δέκα χρόνια μετά, έχουν προκύψει τόσες πολλές νέες ερωτήσεις, που καμία απάντηση από μόνη της δεν αρκεί. Μπορούμε ο καθένας και η κάθε μία ξεχωριστά να συγκρίνουμε τις συνθήκες διαβίωσης που μας αφορούν ατομικά, αλλά και γενικότερα, και να καταλήξουμε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα.

Τα εξεγερτικά ξεσπάσματα, είτε ως δικαιολογημένες αντιδράσεις σε βάναυσες κρατικές πρακτικές, είτε ως ευρύτερες συμπτωματολογίες κρίσης (ηθικών και αξιακών εξαχρειώσεων, υλικών εξαθλιώσεων, ιδεολογικών και πολιτικών αδιεξόδων), είτε ως σκιρτήματα που φανερώνουν υπόγειες διαδρομές (που οφείλουμε με τα κατάλληλα ξεσκαρταρίσματα να αξιοποιήσουμε), είναι καθρέφτες της κοινωνικής πραγματικότητας της εκάστοτε εποχιακής συγκυρίας στην οποία συμβαίνουν.

Δεν οδηγούν πάντα σε καλύτερους δρόμους, αλλά μας θυμίζουν πως υπάρχει εκείνος ο δρόμος που θέλουμε και πρέπει να τον αναζητήσουμε. Παρότι φροντίζουν κάποιοι επιμελώς να τον κρύβουν με διάφορες παραμορφωτικές ταμπέλες…

Πηγή: Efsyn.gr


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.