Πώς «μιλούν» οι ποιητές; – Της Βιβής Κοψιδά-Βρεττού

«Τι να σου πω για την ποίηση; Τι να σου πω γι’αυτά τα σύννεφα, γι’αυτό τον ουρανό; Να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω και τίποτ’άλλο. Καταλαβαίνεις πως ένας ποιητής δεν μπορεί να πει τίποτα για την ποίηση, ας τ’ αφήσουμε αυτά στους κριτικούς και στους δασκάλους. Μα ούτ’ εσύ ούτ’εγώ, ούτε κανένας ποιητής δεν ξέρουμε τι είναι η ποίηση. Είναι εκεί! Κοιτάξτε. Έχω τη φωτιά μέσα στα χέρια μου, το ξέρω και δουλεύω τέλεια μαζί της, αλλά δεν μπορώ να μιλήσω γι’αυτή χωρίς να κάνω φιλολογία».

Τα λόγια του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα εκφράζουν την απειρία και την ανημπόρια του ποιητή να μιλήσει ο ίδιος για την ποίηση, ίσως περισσότερο για τη δική του ποίηση. Κι έρχεται να μας δείξει το πάθος της δημιουργίας, τη φωτιά που κρατά στα χέρια του και που δουλεύει τέλεια μαζί της, υποστασιοποιώντας με τον τρόπο αυτό την έμπνευση, εκείνο τον «κόκκο τρέλας» για τον οποίο μίλησε το 1934 σε διάλεξή του προς τους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης. Έρχεται με την ίδια λέξη-εικόνα της φωτιάς να συναινέσει με τον Γάλλο ομότεχνό του Πωλ Βαλερύ, που απαντώντας στο αιώνιο ζητούμενο για τον οντολογικό προσδιορισμό της ποίησης, απάντησε: «Σας ζητώ φωτιά, μου δίνετε φωτιά. Με καταλάβατε…κατάλαβα τα λόγια σας, γιατί χωρίς καν να σκεφτώ σας πρόσφερα ό,τι μου ζητήσατε, τη φωτιά…» Παρόμοιες αναγωγές και αλληγορικές εκφράσεις που «παίζουν» με τη φωτιά συναντάμε σε διάφορες εποχές και μορφές ποίησης: Ο Βρεττάκος π.χ. στον Ανθρακωρύχο του:

Ό,τι κι αν γράψεις λόγια θα ’ναι./Αυτά τα λόγια που ζητώ να εξαφανίσω·/κι είναι γι’ αυτό που έχω κόψει το χέρι μου./Κι είναι γι’ αυτό που ζυμώνομαι/νύχτα μέρα με τη φωτιά, που πατήθηκα/κι έλιωσα κάτω όπως ένα/τριαντάφυλλο κόκκινο.

Ο Τάκης Σινόπουλος στον Καιόμενο:

«Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος./Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν/στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του/μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια./

……………………………………………………
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος./
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο./
Γινόταν ήλιος…

Ο Μενέλαος Λουντέμης στο Ερωτικό του κάλεσμα:

«Έλα κοντά μου δεν είμαι η φωτιά/
τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια/
τις πνίγουν οι νεροποντές/
τις κυνηγούν οι βοριάδες/
Δεν είμαι δεν είμαι η φωτιά/
………………………………………………………………
Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατηλάτης/
ένας αποσταμένος κατακτητής/
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς/
ν΄ακούσει το τραγούδι των γρύλων/
κι αν θέλεις έλα να τ’ ακούσουμε μαζί.

Ποια είναι ωστόσο η σύσταση αυτής της φωτιάς, για την οποία μιλούν οι ποιητές και την αισθητοποιούν ως βίωμα υπέρτατης έντασης με σωματικές και ψυχικές διασταυρώσεις; Μοιάζει με την αρχέγονη ύλη, την «αμαρτωλή», γιατί υπερέβη το ανθρώπινο μέτρο και συνομίλησε με τη θεότητα, ως πρωταρχική, γενεσιουργός ύλη ζωής. Ένα κοσμικό στοιχείο από το οποίο κατάγεται η ζωή. Ή το ίδιο αυτό στοιχείο που λεηλατεί τη ζωή, την αφανίζει. σαν πάθος, σαν οριακή δύναμη της γένεσης και της καταστροφής. Έτσι δεν μιλάει με τους στίχους του ο Ρόμπερτ Φροστ; «Κάποιοι λένε ο κόσμος θα τελειώσει στη φωτιά…». κι ο Παλαμάς, «νόθος της Τέχνης», κάνει λόγο για την κακή φωτιά: «…Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει· όλα πολέμια, κρύα· βιβλία, κοντύλια και χαρτιά. Με καίει κακή φωτιά». Για να μιλήσει στη συνέχεια για τα δυο άλογα που τον σέρνουν-μπορεί και στον γκρεμό-, το αράπικο Πάθος και τ’αφροστάλαχτο όνειρο.

Ίσως τα δυο άλογα του Παλαμά, το Πάθος και το Όνειρο, να ερμηνεύουν εκφραστικότερα τη φωτιά του ποιητή. Και να ορίζουν τα υλικά της ποίησης αλλά και τη φύση της ψυχής του ποιητή. Αλλά δεν έχουν φωτιά όλοι οι άνθρωποι; Δεν έχουν πάθος και όνειρο; Μόνον οι ποιητές γεννιούνται και καταστρέφονται;

Κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί το πάθος και το όνειρο, υλικά πρωταρχικά της επίγειας διαδρομής του ανθρώπου μέχρι το «πάθος» και το «όνειρο» του θανάτου. Όμως σε τι διαφέρει ο ποιητής; Κι αν είναι διαφορετικός, τότε πώς μπορεί ο λόγος του να μιλήσει στους ανθρώπους; Του ποιητή το πάθος και το όνειρο ζωντανεύει και τρέφεται από τα πάθη και τα όνειρα της ανθρωπότητας. Δεν ενδύει τους στίχους του με το δικό του πάθος και το δικό του όνειρο. Ή τουλάχιστον δεν μένει εκεί. Ανασκάπτει την ψυχή του Ανθρώπου και ενδύεται κατάσαρκα το πουκάμισο του πόνου και του πάθους της ανθρωποσύνης του. Από εδώ αναρριπίζεται και η βασανιστική ανάγκη εκπνοής μιας λυρικής μέθης, ενός κατασταλαγμένου παραληρήματος, που είναι η έμπνευση. Όταν ο Jules Supervielle, ο Γαλλοουρουγουανός ποιητής (1884-1960), γράφει ότι η έμπνευσή του εκδηλώνεται με το συναίσθημα πως είναι ταυτόχρονα παντού, τόσο στο χώρο, όσο και στις διάφορες περιοχές της καρδιάς και της σκέψης, ίσως αυτό ακριβώς εννοεί: την καθολικότητα του πόνου και του πάθους του ποιητή. Τη βαθιά και ανεπανάληπτη μετατόπιση του δράματος-με την πρωτογενή του σημασία- της ζωής κάθε ανθρώπου στις αγόγγυστες πλάτες του. την υποφορά μιας μοναδικής αυθόρμητης ενσυναίσθησης, με την οποία κατανοεί και αποκαθαίρει. Και αποϋλοποιεί τα πράγματα, ενδύοντάς τα με την πραϋντική αύρα της ομορφιάς και της τιμιότητας της τέχνης του.

Να λοιπόν σε τι έγκειται η αποσυμφορητική λειτουργία της ποίησης. Και γιατί ποτέ δεν θα μπορέσει –ούτε θα θελήσει- ο άνθρωπος να αποστραφεί τη μαγεία της. Γιατί ο ποιητής επωμίζεται το υλικό βάρος των πραγμάτων και τα μετατρέπει σε πνευματική ομορφιά και έντιμη «συνταγή» λύτρωσης.

Μπορεί λοιπόν και πώς ο ποιητής να μιλήσει για την ποίηση; « Έχω για τη ζωή μία αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ό, τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου, δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι’ αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ’ αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές ποιητικές πραμάτειες που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης».

Ο ποιητής υποφέρει την ποίηση κι όταν την αποθέτει στο τσαλακωμένο από την ένταση φύλλο χαρτιού, δεν έχει τίποτε πλέον να πει. Αφήνει τη μοίρα του δημιουργήματός του στα χέρια του αναγνώστη του, στην όραση και στην ακοή του, στις προσλαμβάνουσες τη ζωή ευαίσθητες κεραίες του. Όμως οι αποδέκτες επιμένουν. Επιμένουν να καταλάβουν. Να συλλαβίσουν τα κεκρυμμένα. Να διεισδύσουν στο άβατο. Να συντονιστούν με τον κρυφό παλμό της μακράς κυοφορίας, με τη στιγμή της γένεσης. Ε, λοιπόν, όσο περισσότερο επιμένουν τόσο περισσότερο φαίνεται να βρίσκονται μακριά από τον αιθέρα της ποίησης, από κείνη την παράξενη και ανέκφραστη ουσία με την οποία εντελώς αυθόρμητα, για τον δεκτικό ψυχισμό, εγκαθίσταται το ποίημα στα ακρόρριζα της ψυχής του φιλόξενου αποδέκτη. Κι αυτό, γιατί επιζητούν να μεταφέρουν τους κώδικες της κυριολεκτικής επικοινωνίας με τους καθημερινούς ρεαλισμούς ή την αποστεωμένη λογική τους στην εμπειρία σύλληψης ψυχικών και συναισθηματικών επεισοδίων καμωμένων από υλικά μη ενδίδοντα στις εύκολες ή μονοσήμαντες απαιτήσεις. Γιατί ο αυθεντικός αναγνώστης ποίησης οφείλει να απευθύνεται στο ποίημα-και λιγότερο στον ποιητή του-, να μάθει να του υποβάλλει τα ερωτήματα με τα οποία προτίθεται το ποίημα να του ξανοιχτεί, να τον θεωρήσει συμπαίκτη και συνοδοιπόρο στο αχανές ταξίδι της σκέψης και του θυμικού του. Να έχει δημιουργήσει εκείνη την ποιητική διάθεση που θα τον οδηγήσει στην υπέρβαση: του εαυτού, της πεζής αλήθειας των αισθήσεών του, στην κατάσταση μιας διαπερατής από τη συγκίνηση του έρρυθμου, σιβυλλικού λόγου της ποίησης, ψυχική πραγματικότητα, όπου θα συναντηθεί με το καθολικά ανθρώπινο και την αγωνία του. Και τότε, όταν δηλαδή θα έχει απομακρυνθεί από την πεπερασμένη λογική του καθημερινού λόγου και θα έχει αναχθεί στην κατάσταση εμβίωσης της ποιητικής γλώσσας, θα έχει περάσει στην προνομιακή θέση της θαυμαστής επάρκειας να μεταγλωττίζει την κρυμμένη ομορφιά των στίχων σε δικό του όραμα ομορφιάς για τον κόσμο. Και προπάντων: να τολμά την ποίηση, να μη φοβάται την αναμέτρηση με τη μαγεία, με το μυστήριό της. Όπως κι ο ίδιος ο ποιητής, όταν κοινωνεί με το μυστήριο της ποιητικής του φύσης στη διαδικασία «μεταποίησης» της αναίσθητης φύσης των πραγμάτων.

Αναφερθήκαμε στη λέξη-κλειδί: ποιητική διάθεση. Ανήκει μόνο στον ποιητή η ποιητική διάθεση; Είναι μόνο για τον ποιητή αυτή η ιδιαίτερη ψυχική προδιάθεση που τον κάνει να κοιτάζει τα πράγματα και να τα μεταπλάθει με την απροσδιόριστη ένταση μιας γενεσιουργού συγκινησιακής φόρτισης; Ναι, ανήκει οπωσδήποτε στον ποιητή η ποιητική διάθεση, πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Όμως υπάρχει δυνάμει και στον καθένα. «…οι ίδιοι οι δημιουργοί αρέσκονται να ελαττώνουν την απόσταση που χωρίζει την πρωτοτυπία τους απ’την κοινή νοοτροπία των ανθρώπων. Συχνά μας βεβαιώνουν ότι σε κάθε άνθρωπο υπάρχει κι ένας ποιητής κι ότι θα έχει πεθάνει κι ο τελευταίος ποιητής με το θάνατο του τελευταίου ανθρώπου», θα γράψει ο Φρόυντ (Σ. Φρόυντ, Τέχνη και ψυχανάλυση, εκδ. Κοροντζής, Αθήνα 2005, σ. 10). Κάποιες στιγμές, με κάποιες σκέψεις ή εικόνες ή γεγονότα, των οποίων ο δεσμός είναι εντελώς προσωπικός με το υποκείμενο, το κάθε υποκείμενο χωριστά. Γι’αυτό και η ποιητική διάθεση δεν συγχρονίζεται με όλους και με τα ίδια πράγματα ούτε με την ίδια ένταση. Απαιτείται η στιγμή, το ερέθισμα, ο ψυχικός συντονισμός του υποκειμένου μ’αυτό.

Ποια είναι ωστόσο η ποιητική διάθεση του δημιουργού-ποιητή; Ποια είναι η φύση της δημιουργικής του έξαρσης; Ο Φρόυντ μας προσφέρει μιαν άποψή της για το έργο του ποιητή: «Ο ποιητής ενεργεί σαν το παιδί που παίζει. Δημιουργεί ένα φανταστικό κόσμο που τον παίρνει στα σοβαρά, δηλαδή τον εφοδιάζει με πολλή ψυχική ενέργεια ξεχωρίζοντάς τον ταυτόχρονα καθαρά από την πραγματικότητα» (ό.π. σ. 11). Μια ανάλογη κατάσταση ποιητικότητας βιώνει το κάθε παιδί. Κι όταν παύει να είναι παιδί, τότε μαζί του έχει χαθεί κι ένας «ποιητής». Γιατί αυτός ο κόσμος της ποίησης υποχωρεί ή και χάνεται με την ενηλικίωση. Καθώς η εμπράγματη φύση της πραγματικότητας πρακτικοποιεί την ανθρώπινη νόηση και μαζί της τον συναισθηματικό μας κόσμο. Η χρηστική διεκπεραίωση της ζωής στην καθημερινή της κίνηση δεν αφήνει περιθώριο στην ποιητική διάθεση. Και κάτι περισσότερο: κρύβει την ποιητική του διάθεση ο ενήλικας -ντρέπεται για τις φαντασιώσεις του, κατά τον Φρόυντ (ό.π. σ. 14)-, επειδή είναι ανοίκειος ο κόσμος γύρω του για να ενσυναισθανθεί τη διάθεσή του. Και να μην ειρωνευτεί, να μην αποδοκιμάσει, να μην απορρίψει. Πόσο αισθαντικά ταιριάζει με τους στίχους της η Ζωή Καρέλλη το «σχίσμα» ανάμεσα στην ποιητική επιθυμία του δημιουργού και στις εμπράγματες ανάγκες του ποιητή-ανθρώπου. Στο ποίημά της δίνει τον πολύ εύστοχο τίτλο: Ποιητική διάθεση, απαντώντας με μοναδικούς στίχους στα όποια ερωτήματα έχουμε θέσει:

Να συλλέξω τη μνήμη,
γυρεύω την έκφραση της ζωής,
όσα γίνονται διαφορετικά και πολλά,
άνθρωποι και τοπία,
έργο του ποιητή.
Το ψωμί
να κερδίσεις καθημερινή επιμέλεια,
πόσο με κοπιάζει. Να μείνω
ζητώ στο έμορφο δάσος
με τα σκιερά δέντρα.
Καθώς,
γέρνει ο ήλιος και μοιράζει φωτιές…
……………………………………………………..

Δε σε λογαριάζει κανένας,
αν δεν του κερδίσεις το ενδιαφέρον.
Λόγια, ποιος τα παίρνει; Λίγοι
είν’ εκείνοι που ζητούν ν’ ακούσουν,
να θυμούνται και ν’ αγαπούν.
Πας να διδάξεις, ποιος; Τι είσαι;

……………………………………………………………………..

Ο ποιητής
σού προσφέρει αναμνήσεις, εικόνες,
λίγα λόγια, τι να τα κάνεις,
να προσκαλείς κάθε αγάπη,
πουλί, περιστέρι στο παραμύθι.
Δώσ’ του καλή μερίδα φαΐ.
Οπωσδήποτε θα μας διασκεδάσει
μ’ ενδιαφέροντα στο συμπόσιο.
Ενθουσιαζόμαστε να καταλαβαίνουμε
το δικό μας κι εκείνο εξωραϊσμένο.
Από κει και πέρα βαριόμαστε.
Θα του δώσουμε βέβαια δώρα
κάμποσα ή μερικά κι ύστερα,
ας πάει να σβήσει σε μια γωνιά,
φτωχός κι άμοιρος, τιποτένιος
ή ένδοξος μετά θάνατον.
Εμείς παλεύουμε κάθε μέρα
με την ανάγκη…

(Το ποίημα, που σας συνιστώ να το διαβάσετε ολόκληρο, περιλαμβάνεται στην έκδοση Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τ. πρώτος (1940-1955), Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973).

Ίσως αυτό το πάλεμα με την ανάγκη είναι που σκοτώνει την ποιητική διάθεση. Μεγάλη η τυραννία της ανάγκης. Ένας πολιτισμός που στηρίζει τα κέρδη και τις ζημιές του στις ανάγκες. Και τις περιβάλλει όλες με υλικό περιεχόμενο. Σαν θαυματοποιός της ύλης. Ακόμα και τις πνευματικές ανάγκες τις υλικοποιεί ώστε να γίνουν εμπορεύσιμες. Γι’αυτό οι άνθρωποι επιζητούν τόσο επίμονα να «καταλάβουν» την ποίηση. Όλα τα υλικά πράγματα ζητούν και πετυχαίνουν την κατανόησή μας. Μιλούν μια διαυγή γλώσσα, δεν έχουν μυστήριο, δεν έχουν μαγεία, δεν είναι ακατανόητα. Όμως η γλώσσα της ποίησης ζητάει κάτι περισσότερο από τους φίλους της. Ζητάει τον «καθαρό» τους χρόνο, την αφοσίωση, την εμπιστοσύνη τους, μια πράξη αυτοθυσίας, που είναι η μετατόπιση από τις προτεραιότητες του εαυτού στις μικρές ή μεγάλες αγωνίες του άλλου ανθρώπου, και μέσω αυτού της ανθρωπότητας. Ζητάει με άλλα λόγια μια επίμονη αγωγή στην ανθρωποσύνη μας.

Ίσως αυτό εντέλει «διδάσκει» η ποίηση, ο ποιητής μέσω της ποίησης. Την ανασκαφή και την άσκηση στην ομορφιά της ανθρωποσύνης μας. Οι άλλες «διδασκαλίες» της ποίησης, είναι είτε για την ατάλαντη φιλολογία (γιατί υπάρχει και η μεγάλη ποίηση της φιλολογίας), είτε για το «μάθημα ανατομίας» πάνω στο πτώμα της ποίησης, όπως το έχουμε όλοι λίγο-πολύ γνωρίσει, όταν παλεύαμε, χρόνια πριν, να κρατήσουμε στα δόντια ζωντανό το «παιδί-ποιητή» στη βιασύνη της δημογραφίας των γονιών και των δασκάλων του. (Ευτυχείς συνειρμοί φέρουν στο προσκήνιο της σκέψης, μοναδικά βιώματα πανανθρώπινης μελαγχολίας για την απώλεια του παιδιού. Διαβάζω, και για λογαριασμό όλων μας, το Κερί γενεθλίων του Αντώνη Φωστιέρη: Και κάθε χρόνο ανήμερα/Των γενεθλίων σου/ (Όσα και να’ναι τ’άλλα/ τα κεράκια): Ένα κερί/Στη μνήμη εκείνου/Του ωραίου μικρού παιδιού/ Που κάποτε. /Εκείνου/ Του μικρού παιδιού/ Που κάποτε/ ‘Ησουν. )

Κι όπως τώρα, μια ηχηρή εκούσια ή ακούσια «συνωμοσία» της εξωστρέφειας της εποχής, των μέσων, της τεχνολογίας, της υπερπαραγωγής αναγκών, της ιδεολογίας του χρήσιμου και χρηστικού και τόσοι άλλοι «δαίμονες», αποστραγγίζουν την ποίηση μέσα μας. Κάποιοι επικαλούνται και τους ίδιους τους ποιητές που κλείνονται στον εαυτό τους ενδοσκοπικά κι είναι ως να κλείνουν την πόρτα στον άλλον άνθρωπο. Όμως, καθώς γράφει ο Αμερικανός ποιητής Ράνταλ Τζάρελ (1914-1965), σε κείμενό του για την ερμητικότητα του ποιητή, «γνωρίζω αρκετά για ν’απαντήσω σ’αυτόν τον άνθρωπο όχι μεγαλόφωνα: Δεν είναι έτσι, αλλά ακόμη κι αν ήταν, αυτός δεν είναι ο λόγος που δεν τη διαβάζεις». Τι είναι τότε που δεν αφήνει την ποίηση αβίαστα να γίνει κτήμα κοινό; Το λέει ο ίδιος ποιητής με τους στίχους του: …το τίποτα έρχεται απ’το τίποτα. /Το σκοτάδι από το σκοτάδι. Ο πόνος έρχεται από το σκοτάδι/και τον ονομάζουμε σοφία. Είναι πόνος.

Μήπως αυτό λοιπόν είναι η ποίηση; Ο πόνος της σοφίας… η «φωτιά» που όλοι σχεδόν οι ποιητές πασκίζουν να βαστούν άσβεστη; Και που τρομάζει την ανομολόγητη δειλία μας ν’αναμετρηθούμε μαζί της;

Βιβλιογραφικές αναφορές

Randall Jarrell, Η ερμητικότητα του ποιητή, περ. Ποίηση, τ. 7, Άνοιξη-Καλοκαίρι 1996, σ.πενηνταπέντε-76.
Nuccio Ordine, Η χρησιμότητα του άχρηστου, μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2014.
Ζυλ Σουπερβιέλλ, Ονειρευόμενος μια ποιητική τέχνη, στο: Έμπνευση και δημιουργία, εκδ. Printa, Αθήνα 2004, σ.111-120.
Paul Valery, Γενική έννοια της τέχνης, μτφρ. Παναγιώτης Σ. Παπαδόπουλος, εκδ. Principia, Αθήνα 2012.
Σίγκμουντ Φρόυντ, Τέχνη και ψυχανάλυση, εκδ. Κοροντζής, Αθήνα 2005.

The post Πώς «μιλούν» οι ποιητές; – Της Βιβής Κοψιδά-Βρεττού appeared first on aromalefkadas – Ενημερωτική ιστοσελίδα της Λευκάδας.

Πηγή: Aromalefkadas.gr


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.