Πόσο καλοί παίκτες ήταν οι προπονητές της Ευρωλίγκας;

Ένας καλός παίκτης, ένας σούπερ-σταρ των γηπέδων δεν σημαίνει ότι θα εξελιχθεί και σε προπονητή πρώτου μεγέθους. Ξέρουμε, άλλωστε, ότι πολλοί κόουτς που διέπρεψαν, ή διαπρέπουν έπαιξαν ελάχιστο μπάσκετ, ή καμιά φορά και καθόλου.

Δεν είναι παράλογο, λοιπόν, οι μισοί από τους προπονητές της Ευρωλίγκας να είναι ‘άκαπνοι’ στο θέμα μπάσκετ από την πλευρά του παίκτη. Ή να προσπάθησαν να παίξουν, χωρίς όμως επιτυχία, ξεκινώντας την καριέρα του κόουτς από πολύ νωρίς. Ο Πασκουάλ, ο Αταμάν, αλλά και οι δικοί μας Γιάννης Σφαιρόπουλος και ο Δημήτρης Ιτούδης. Λένε ότι είναι πιο εύκολο να είσαι… προπονητής από μικρός, γιατί υπάρχει μεγάλος βαθμός δυσκολίας, ένας παίκτης ολκής, να γίνεται μέσα σε μια νύχτα χεντ-κόουτς. Να βγάλει τον παίκτη από μέσα του και να αρχίζει να δίνει οδηγίες.

Υπάρχουν, βέβαια και εκείνοι που δεν ήθελαν να αφήσουν το γήπεδο. Δεν μπορούσαν να σκεφτούν τον εαυτό τους μακριά από τα αποδυτήρια, μακριά από την καθημερινότητα της ομάδας. Τους γοήτευε εξάλλου ο ρόλος του κόουτς, αρκετοί μάλιστα, έκαναν τον προπονητή ταυτόχρονα με την καριέρα τους σαν παίκτες.

Στο ερώτημα “ποιος κόουτς μπίσταγε την μπάλα”, 8 από τους 16 προπονητές της Ευρωλίγκας, σηκώνουν το χέρι ψηλά, για να απαντήσουν: “Εγώ”!

Το Contra τους παρουσιάζει έναν προς έναν. Από τον κορυφαίο όλων, Σάρας Γιασικεβίτσιους, μέχρι τον πολύ άτυχο Γιώργο Μπαρτζώκα, τον … φυλακισμένο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, τον Πάμπλο Λάσο που μοίραζε τις πάσες με το κουτάλι, τον αρχισκόρερ Βέλιμιρ Περάσοβιτς, τον μαχητή Ντέιβιντ Μπλατ, τον πειθαρχημένο Ντέγιαν Ράντονιτς και τον Σβιέτισλαβ Πέσιτς, τον πρώτο που κατέκτησε την Ευρωλίγκα το μακρινό 1979.

ΣΑΡΟΥΝΑΣ ΓΙΑΣΙΚΕΒΙΤΣΙΟΥΣ: Η ιδιοφυΐα

Ο κορυφαίος παίκτης που έγινε προπονητής τα τελευταία χρόνια. Από το 2014, που εγκατέλειψε την καριέρα του, δείχνει ότι μπορεί να … εξελιχθεί σε ακόμη μεγαλύτερη φυσιογνωμία του μπάσκετ με την ιδιότητα του κόουτς. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να περιγράψει κανείς τον παίκτη Σάρας. Μια ιδιοφυΐα των παρκέ, ένας εκ των κορυφαίων γκαρντ όλων των εποχών, που έπαιζε με την τρέλα των Λιθουανών, αλλά και την αμερικάνικη παιδεία που απέκτησε στο κολέγιο του Μέριλαντ. Τέσσερις φορές κάτοχος της Ευρωλίγκας (Μπαρτσελόνα 2003, Μακάμπι 2004, 2005 και Παναθηναϊκός 2009), πρωταθλητής Ευρώπης το 2003 με την Εθνική Λιθουανίας το 2003 (και επίσης, ένα χάλκινο το 2007) και χάλκινος Ολυμπιονίκης το το 2000, το μυαλό του δούλευε πάντα πιο γρήγορα από τα χέρια του.

Παροιμιώδης πασέρ, μεγαλειώδης σκόρερ, ο Σάρας στα κέφια του … δεν έβλεπε κανέναν. Ήταν MVP του φάιναλ-φορ του 2005, αναδείχθηκε δυο φορές καλύτερος μπασκετμπολίστας στην Ευρώπη και όπου κι αν έπαιξε γέμιζε το παλμαρέ του με τίτλους. Στην Πράγα, πάντως, το

Στο ΝΒΑ δοκίμασε δυο χρόνια, δεν πήγε άσχημα, αλλά συνειδητοποίησε ότι το πραγματικό του βασίλειο, βρίσκεται στην Ευρώπη. Από … μικρός ο Σάρας έδειχνε ότι θα γίνει ένας καλός προπονητής. Για κάθε κόουτς ήταν ένας δεύτερος καθοδηγητής μέσα στο γήπεδο, ενώ δεν σταματούσε να διαμαρτύρεται στους διαιτητές. Για όσους πρόλαβαν να τον δουν, κρατάνε στη μνήμη τους έναν παίκτη-κομπιούτερ, έναν μάγο της πάσας, πεισματάρη αλλά και … δολοφόνο σουτέρ!

Η Ευρωλίγκα τον ανακήρυξε ‘θρύλο’ της διοργάνωσης όπως δικαιωματικά έγινε, με την απόδοσή του στα παρκέ της κορυφαίας διοργάνωσης. Το βίντεο σας εξηγεί το γιατί

 

ΒΕΛΙΜΙΡ ΠΕΡΑΣΟΒΙΤΣ: Σκόρερ ολκής

Αν ο Σάρας έχει τέσσερις Ευρωλίγκες, ο Βέλιμιρ Περάσοβιτς, που τώρα κατευθύνει τις τύχες της Μπασκόνια, σταμάτησε στις τρεις. Και μάλιστα, συνεχόμενες! Ήταν μέλος της τρομερής ομάδας της Γιουγκοπλάστικα Σπλιτ, που παραμένει η μοναδική ομάδα της 30ετίας, η οποία έχει κατακτήσει τρεις φορές σερί την Ευρωλίγκα.

(Με τη φανέλα της Φουενλαμπράντα, στο τελείωμα της καριέρας του)

Παίζοντας στο ‘2’, ο Περάσοβιτς ήταν ένας κλασικός γκαρντ της εποχής, αρκετά ψηλός και εξαιρετικός σκόρερ. Πίσω από Κούκοτς, Ράτζα, ο Περάσοβιτς είχε ρόλο ηγέτη στη Γιουγκοπλάστικα, όπου τον εμπιστευόταν πάρα πολύ ο Μπόζα Μάλκοβιτς, μέντοράς του και στην προπονητική. Το 1992 ήταν 27 χρονών, όταν η Κροατία έγινε ανεξάρτητη κι αυτός μετακόμισε στην Ισπανία. Έπαιξε 11 χρόνια στην Ιβηρική (τα περισσότερα με τη φανέλα της Ταουγκρές) και πέντε φορές αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της λίγκας ΑCB. Ακόμη και 37 του, όταν έπαιξε στην Φουενλαμπράντα, είχε μέσο όρο 22.7 π ανά αγώνα!

Συνολικά στην Ισπανία, ο Περάσοβιτς έπαιξε 354 ματς, σκοράροντας 7.387 πόντους. Είναι 10ος στην ιστορία της λίγκας ACB σε απόλυτο αριθμό πόντων (μπροστά από τον θρυλικό Έπι) και δεύτερος (!) σε μέσο όρο (20.8). Μόνο, ο Μπράιαν Τζάκσον (ένας σούπερ πάουερ-φόργουορντ που έκανε θραύση στην Ισπανία, για δέκα χρόνια) έχει καλύτερο μέσο όρο (22π, σε 392 αγώνες). Ο Περάσοβιτς είναι αμέσως μετά, καλύτερος κι από τον Τζο Αρλάουκας (μ.ο 20.6π).

Το 1996, ο προπονητής της Μπασκόνια, σημείωσε 17π. και η Τάου είχε νικήσει τον ΠΑΟΚ 88-81, παίρνοντας το Κύπελλο Σαπόρτα. Πρόλαβε να παίξει με την κορυφαία Εθνική Ομάδα όλων των εποχών (την Γιουγκοσλαβία του 1990) και αργότερα πρωταγωνίστησε και με την Κροατία (χάλκινο το 1993 στο Ευρωμπάσκετ της Γερμανίας, ήταν δεύτερος σκόρερ πίσω από τον Ράτζα). Στον μικρό τελικό όπου η Κροατία έκανε φύλλο και φτερό την Ελλάδα (99-59), ο Περάσοβιτς σταμάτησε… στους 33 πόντους. Δείτε πώς:

ΖΕΛΙΚΟ ΟΜΠΡΑΝΤΟΒΙΤΣ: Ο καλός μαθητής που πήγε φυλακή!

Ποιος τον είχε δει και δεν έλεγε ότι θα γινόταν προπονητής; O ίδιος άλλωστε… αυτοπροτάθηκε το καλοκαίρι του 1991, σε μια συζήτηση που είχε με τον Ντράγκαν Κιτσάνοβιτς: “Έχω ένα προπονητή για σένα…”, είπε στην εμβληματική φιγούρα της Παρτιζάν, που αναζητούσε εναγωνίως κόουτς για τη σεζόν 1991-92. “Εμένα”, απάντησε με θράσος ο Ζοτς, όταν ο Κιτσάνοβιτς ρώτησε “ποιον εννοείς”.

Μπορεί να είχε κάνει το πρώτο στάδιο της προετοιμασίας με την υπόλοιπη ομάδα, βαθιά μέσα του ήξερε ότι το μέλλον του ήταν στο γήπεδο, αλλά στην πρώτη θέση του πάγκου. Από 22 χρονών, άλλωστε, κρατούσε σημειώσεις μετά από κάθε προπόνηση.

(Σχεδόν αγνώριστος, ο νεαρός Ζοτς)

Η καριέρα του σαν παίκτης δεν ήταν το ίδιο λαμπερή, αν και το 1979 συμμετείχε στην καλή Εθνική εφήβων της Γιουγκοσλαβίας (μαζί με Τσούτουρα, Γκρμπόβιτς, Ράντοβιτς, Μούταφτσιτς κ.ά. στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Έπαιζε ήδη στην Μπόρατς, ομάδα της πόλης Τσάτσακ, γενέτειρά του το 1960. Προπονητής του ήταν ο Ατσο Νίκολιτς, στην πρώτη του επαφή με τον ‘προφέσορα’ του γιουγκοσλάβικού μπάσκετ. Η Μπόρατς βγήκε στο Κυπελλο Κόρατς και ο Ομπράντοβιτς ήταν πρωταγωνιστής της με μ.ό. 19.2 πόντους.

Το 1984, ο Ομπράντοβιτς πήρε μεταγραφή για την Παρτιζάν, έπαιξε στο πρώτο φάιναλ-φορ της σύγχρονης ιστορίας (Γάνδη, 1988) ξεπερνώντας και την περιπέτειά του με το δυστύχημα που τον έστειλε στη φυλακή. Ο θάνατος της ηλικιωμένης πεζής που παρέσυρε με το αυτοκίνητό του, σημάδεψε εκείνο το κομμάτι της ζωής του. Κατά σύμπτωση, ο Ομπράντοβιτς είχε αποφυλακιστεί παραμονές του αγώνα με τον Άρη, για την κανονική περίοδο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (πρόγονος της Ευρωλίγκας) κάτι που σημείωνε και ο Γιάννης Ιωαννίδης … στις δηλώσεις του πριν από το ματς (στο ξεκίνημα του βίντεο που πρέπει, ωστόσο, να το δείτε ολόκληρο, γιατί αξίζει).

Την ίδια χρονιά (1988), ο Ομπράντοβιτς έπαιξε στην Εθνική Γιουγκοσλαβίας (έκανε ένα σπουδαίο ολυμπιακό τουρνουά στη Σεούλ με μ.ο 9.6π και ‘έδεσε’ με τον Ντούσαν Ίβκοβιτς, που τον είχε μαζί του και στο Μουντομπάσκετ του 90 στην Αργεντινή (μ.ο 4.5π). Μετά έγιναν κουμπάροι…

NTEΪΒΙΝΤ ΜΠΛΑΤ: Τίγρης από μικρός

Δεν ήταν ποτέ ένας παίκτης επιπέδου. Είχε όμως τεράστιο πάθος κι έπαιζε με την καρδιά του. Ο Ντέιβιντ Μπλατ έμεινε … τίγρης μέχρι το τέλος της αθλητικής του καριέρας που συντομεύτηκε λόγω ρήξης στον αχίλλειο τένοντα. Όπως είχε πει κι ο ίδιος, “σαν φοιτητής λογοτεχνίας, με την Ιλιάδα να είναι ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία της ζωής μου, ήταν φυσιολογικό να ακολουθήσω τα βήματα του Αχιλλέα και να ολοκληρώσω τη ζωή μου, λόγω ρήξης στον αχίλλειο”.

Εντάξει, δεν ήταν και … μαθητούδι: Ήταν 34 ετών όταν σταμάτησε να παίζει, πρώτα με τους Πρίνστον Τάιγκερς (εξ ου και το παρατσούκλι τίγρης) και εν συνεχεία με εφτά ομάδες του Ισραήλ (από το 1981 μέχρι το 1993).

(Ο Ντέιβιντ Μπλατ με τη φανέλα των Πρίνστον Τάιγκερς)

Όταν το καλοκαίρι του 1981 πήγε στο Τελ Αβίβ για την Μακαμπιάδα (αγώνες Εβραίων αθλητών από όλες τις χώρες) και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο με την Εθνική Ομάδα των ΗΠΑ, αποφάσισε να μείνει στο Ισραήλ -παρά την αντίθετη γνώμη της μητέρας του – και ρίζωσε για τα καλά. Έπαιξε διαδοχικά σε Μακάμπι Χάιφα, Χάποελ Ιερουσαλήμ (δυο φορές), Μακάμπι Νατάνια, Χάποελ Γκαλίλ Ελιόν, Αϊρόνι Ναχαρίγια και Μακάμπι Χαδέρα.

Στην κολεγιακή του καριέρα ο Μπλατ, σε τρία χρόνια συμμετοχής, με το Πρίνστον είχε μ.ο 5.1π, 2.5ρ, 1.4 ασ και 0.9 κλ, με αρκετά λογική την κατάληξή του να γίνει προπονητής. Στο Πρίνστον, δούλεψε υπό τις οδηγίες του ‘γκουρού’ Πιτ Καρίλ, που είχε παράδοση να βγάζει παίκτες οι οποίοι στη συνέχεια έγιναν προπονητές. Ο Μπλατ ήταν ένας εξ’ αυτών. Άλλοι πέντε έγιναν χεντ-κόουτς σε κολέγια της πρώτης κατηγορίας του NCAA και κάνα δυο ακόμη που κάθισαν σε αντίστοιχους πάγκους με την ιδιότητα του βοηθού…

ΠΑΜΠΛΟ ΛΑΣΟ: Ο μίστερ-ασίστ!

Πριν αποκτήσει φαλακρίτσα, εσχάτως γενειάδα και μικρή κοιλίτσα, ο Πάμπλο Λάσο ήταν ένας εξαιρετικός πλέι-μέικερ. Στα 18 χρόνια, που αγωνίστηκε στα γήπεδα, ο νυν τεχνικός της Ρεάλ, δεν σταμάτησε να … πασάρει, αλλά και να γράφει ιστορία στα γήπεδα της ACB. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από τόσα χρόνια, ο Λάσο παραμένει:

  • Πρώτος στις ασίστ (2.896 σε 624 αγώνες, μ.ο 4.6 ανά παιχνίδι).Πολύ πιο πίσω του βρίσκονται μεγάλοι πλέι-μέικερ όπως Νάτσο Αζόφρα (2.224) και ο Νάτσο Ροντρίγκεθ (2.032). Μόνο ένας παίκτης, ο Έλμερ Μπένετ, είχε καλύτερο μέσο όρο σε τελικές πάσες (5,1).

  • Πρώτος στα κλεψίματα με 1.219 (μ.ο 1,9) μπροστά από Νάτσο Ροντρίγκεθ (1.145) και Χοάν Κρέους (1.087)

  • Όγδοος σε σύνολο αγώνων. Πρώτος εδώ ο Ράφα Τζοφρέσα με 756 αγώνες.

  • Πρώτος με τα περισσότερα λεπτά συμμετοχής! Συνολικά 17.378 λεπτά, που αντιστοιχούν κατά μέσο όρο σε ένα 28λεπτο. Πρώτος είναι ο Κρέους (20.211, και ακολουθούν Ερέρος με 19.218 και Τζοφρέσα με 18.062). 11 πόντους, 2/3δ, 1/1τρ, 4/6β, 4ρ, 7ας, 1λ, 1κλ

(Κόντρα στον Τόμας Ζοφρέσα της Μπανταλόνα)

Ο Λάσο πέρασε τα περισσότερα χρόνια της καριέρας του στην Βιτόρια, παίζοντας με την Μπασκόνια (συμπαίκτης και του Βέλιμιρ Περάσοβιτς) όπου ήταν προπονητής και … ο πατέρας του Χοσέ. Το 1995 μετακόμισε στη Μαδρίτη για χάρη της Ρεάλ. Στην πρωτεύουσα κάθισε ως το 1998 και ολοκλήρωσε την καριέρα του περνώντας από Κάσερες, Ζιρόνα, Γιέιδα και Βαγιαδολίδ. Σε πέντε χρόνια, άλλαξε τέσσερις φανέλες, ενώ σε 13 είχε παίξει … μόλις σε δυο ομάδες! Στη Μαδρίτη γνώρισε τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς, που τον ενθάρρυνε να γίνει προπονητής. Η σχέση τους είναι στενή ακόμη και σήμερα, με τον Λάσο να ανταλλάσσει απόψεις με τον Ομπράντοβιτς, αρκετά συχνά στο τηλέφωνο.

Πριν πάει στη Ρεάλ, οδήγησε την Μπασκόνια στην κατάκτηση του πρώτου της τίτλου (Κύπελλο Ισπανίας) σε ένα μοναδικό ρεσιτάλ, καθώς στους τρεις αγώνες του τουρνουά είχε μέσο όρο 13.3π και 8ριμπ! Την ίδια χρονιά στο κύπελλο Σαπόρτα έδωσε ρεσιτάλ, με 7.7π, 2.2ρ και 9.4 ασίστ σε 17 αγώνες. Σε εννιά απ΄ αυτούς είχε διψήφιο νούμερο σε πάσες (δυο φορές από … 18 κι άλλες δυο από 16). Στα τελευταία πέντε παιχνίδια το κοντέρ έγραψε 68 τελικές πάσες (μ.ο 13.6). Μιλάμε για πασέρ, όχι αστεία.

ΝΤΕΓΙΑΝ ΡΑΝΤΟΝΙΤΣ: Κορυφαίο ματς με Ολυμπιακό

Όπως όλοι οι παίκτες-προπονητές, μόλις ολοκλήρωσε την καριέρα του, πήρε το πινακάκι του κι άρχισε να δίνει οδηγίες. Κι όπως σχεδόν όλοι, έτσι και ο Ντέγιαν Ράντονιτς ήταν ένας εγκεφαλικός πόιντ γκαρντ. Εντάξει δεν ήταν της κλάσης του Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, τη δουλίτσα του, ωστόσο, μια χαρά την έκανε.

Ο Μαυροβούνιος, νυν κόουτς της Μπάγερν Μονάχου, γεννήθηκε το 1970 και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στην πατρίδα του, φορώντας τη φανέλα της Μπούντουτσνοστ, με την οποία κατέκτησε τρία πρωταθλήματα Γιουγκοσλαβίας (1999, 2000, 2001) και φτάνοντας μέχρι την Ευρωλίγκα. Ήταν η εξαιρετική ομάδα, που είδαμε στο τέλος της δεκαετίας του 90, με πρωταγωνιστές τους Βλάντο Στσεπάνοβιτς και Ντέγιαν Τομάσεβιτς.

(Ο Ντέγιαν Ράντονιτς με το τρόπαιο της πρωταθλήτριας Γιουγκοσλαβίας που κατέκτησε η Μπούτνουτσνοστ το 1999. Δίπλα του οι Τομάσεβιτς, Τόπιτς και Στσεπάνοβιτς)

Το κορυφαίο του παιχνίδι, στη σεζόν 1999-2000, ήταν ο αγώνας εναντίον του Ολυμπιακού όταν σκόραρε 18π (2/2δ, 4/6τρ, 2/2β) και έδωσε δυο ασίστ.

Ο Ράντονιτς έπαιζε περίπου 20-25 λεπτά, ήταν ένας νευρώδης πλέι-μέικερ, που μοίραζε καλά την μπάλα είχε αξιόπιστο σουτ από μέση απόσταση και γενικά είχε τον έλεγχο του γηπέδου και της ομάδας του.

Ξεκίνησε την καριέρα του από τη Λόβτσεν, πήγε για πρώτη φορά στη Μπούντουτσνοστ στα 21 του χρόνια, έκανε μια βόλτα σε Πάντσεβο, Λόβτσεν, Ζελέσνικ και επέστρεψε στη Μπούντουτσνοστ, πριν κλείσει την καριέρα του στην Βοϊβοντίνα.

ΣΒΙΕΤΙΣΛΑΒ ΠΕΣΙΤΣ: Τον έκανε παίκτη ο … Τάνιεβιτς!

Ο Σβιέτισλαβ Πέσιτς δεν ήταν ποτέ ένας σούπερσταρ του γιουγκοσλάβικου μπάσκετ. Απόδειξη ότι δεν έπαιξε ποτέ με τη φανέλα της Εθνικής Γιουγκοσλαβίας, κάτι πάντως αρκετά δύσκολο για την εποχή του, αν αναλογιστεί τα τεράστια ονόματα που έπαιζαν στους “πλάβι”. Ο 69χρονος, πλέον, προπονητής της Μπαρτσελόνα ξεκίνησε τον αθλητισμό παίζοντας ποδόσφαιρο στην ομάδα της μικρής πόλης στην οποία μεγάλωσε, την Πίροτ που βρίσκεται κοντά στα σύνορα με την Βουλγαρία.

Η μητέρα του, όμως, έβλεπε συνέχεια τα λερωμένα του ρούχα και δυσφορούσε, οπότε ο μικρός “Κάρι” όπως είναι το παρατσούκλι του, αποφάσισε να ασχοληθεί με το μπάσκετ. Ξεκινώντας πάλι από την τοπική ομάδα, μοίρασε την καριέρα του ανάμεσα στην Παρτιζάν και την Μπόσαν Σαράγεβο.

(Η μεγάλη ομάδα της Μπόσνα στο τέλος της δεκαετία του 70. Δεύτερος από αριστερά στην κάτω σειρά ο Σβιέτισλαβ Πέσιτς, τελευταίος στην κάτω σειρά ο Μίρσα Ντελίμπασιτς και στο μέσο της πάνω, ο Πρέντραγκ Μπένατσεκ. Δίπλα στην ομάδα ο… νεαρός κόουτς Μπόγκνταν Τάνιεβιτς)

Ήταν όπως λένε όσοι τον είχαν δει να παίζει, ένας αξιοπρεπής πλέι-μέικερ, που έκανε σωστά τη δουλειά του, μέσα στο γήπεδο. Αυτός που του έδωσε νόημα στην καριέρα του δεν ήταν άλλος από τον μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερό του αλλά φιλόδοξο να γίνει καλός προπονητής, Μπόγκταν Τάνιεβιτς.

Ο ‘Μπόσα’ ανέλαβε την Μπόσνα το 1971 και οκτώ χρόνια αργότερα την οδηγούσε στην κατάκτηση του Κυπ. Πρωταθλητριών στον τελικό με την Βαρέζε. Ο Πέσιτς ήταν ο παίκτης που θα έβαζε την πείρα δίπλα σε ταλέντα όπως ο Μίρσα Ντελίμπασιτς, ο Ζάρκο Βάραϊτς και ο Ράκτο Ραντοβάνοβιτς. Στον τελικό έπαιξε μόλις έξι λεπτά, λόγω ενός τραυματισμού, σε μια χρονιά που στην τελική φάση των “6” συμμετείχε και ο Ολυμπιακός. Ο Πέσιτς είχε επισκεφθεί το Παπαστράτειο…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΡΤΖΩΚΑΣ: Άτυχος όσο κανείς

Ο μοναδικός ‘ψηλός’ της παρέας. Και ένας πρώην παίκτης που δεν χάρηκε όσο θα ήθελε τα γήπεδα, αφού οι απανωτοί τραυματισμοί του στέρησαν τη δυνατότητα να παίξει στο ψηλότερο επίπεδο. Ένας εξαιρετικά “τεχνίτης” πάουερ-φόργουορντ που διακρινόταν για την έφεση στο σκοράρισμα. Από τις μικρές ομάδες του Αμαρουσίου, βρέθηκε γρήγορα στην πρώτη ομάδα, με την οποία έκανε εξαιρετικές εμφανίσεις τόσο στην Β Εθνική όσο και στην Α2.

Βλέποντας μικρός τους Δαρίβα, Φωσσέ και Αραποστάθη, που έφτασαν το Μαρούσι ως την Α Εθνική, ο Μπαρτζώκας και η γενιά του (Πεππές, Κολοβέρος, Καλοζύμης, Μπιρνιάκος, Θεοφανέλλης, Βρεττάκος, Μακριδάκης) έφτιαξαν μια εξίσου καλή ομάδα που πρωταγωνίστησε στις αρχές της δεκαετίας του 80 στη Β Εθνική. Ο τωρινός κόουτς της Χίμκι, διακρινόταν για την ικανότητά του να σουτάρει καλά από μέση απόσταση, ενώ με το δυνατό του άλμα έπαιρνε ριμπάουντ και χάριζε ωραίες στιγμές με θεαματικά καρφώματα.

(Ο Γιώργος Μπαρτζώκας με μακρύ μαλλί και το νούμερο 15 στην εφηβική ομάδα του Αμαρουσίου, αρχές δεκαετίας ’80)

Ήταν όμως από μικρός επιρρεπής στους τραυματισμούς. Κι αυτή ήταν η πιο σοβαρή αιτία, που δεν μπόρεσε να παίξει σε πιο “μεγάλη” ομάδα. Τον είχαν βολιδοσκοπήσει τόσο η ΑΕΚ (μέσω του Βαγγέλη Νικητόπουλου, που τον είχε παίκτη στο Μαρούσι) όσο και ο Ολυμπιακός του οποίου ο Μπαρτζώκας τύγχανε οπαδός από μικρός! Σε ένα αγώνα εναντίον του Παπάγου, το πόδι του έμεινε κολλημένο στο έδαφος, γύρισε το γόνατο και έπαθε τον πρώτο χιαστό. Αργότερα, κι ενώ ο Πρωτέας με την καλή ομάδα των Στασινού, Σερέτη κα, φλέρταρε με την άνοδο στην Α1, του είχε κάνει μια δελεαστική πρόταση, έπαθε το δεύτερο και ουσιαστικά τερμάτισε την καριέρα του.

Για ψυχοθεραπεία και αποφεύγοντας, όπως ο ίδιος ομολόγησε πρόσφατα, άρχισε να ασχολείται με την προπονητική. Μόλις 22 ετών ήταν όταν ανέλαβε την Πεύκη. Κάπως έτσι άρχισε να γιατρεύει τις πληγές από το αγωνιστικό τέλος του στα γήπεδα, βρίσκοντας ωστόσο και την επόμενη σελίδα της ζωής του…

Πηγή: Contra.gr


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.