Πού βρίσκονται σήμερα τα 21 πρόσωπα της Εθνικής Κ21 που πήγε στον τελικό Euro 1998

Η Εθνική Ελλάδας δίνει την πρώτη μάχη της στα playoffs για την πρόκριση στην τελική φάση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος κ-21, μία διοργάνωση την οποία έχει διεκδικήσει δύο φορές στο παρελθόν, φτάνοντας μέχρι τον τελικό.

Η πρώτη ήταν το 1988, όταν με παίκτες όπως ο Αλέκος Αλεξανδρής, ο Στέφανος Μπορμπόκης, ο Νίκος Νιόπλιας, ο Γιώργος Καπουράνης, ο Άρης Καρασαββίδης κ.ά. έφτασε μέχρι τον τελικό του τουρνουά, όπου ηττήθηκε σε διπλούς τελικούς από τη Γαλλία του Λοράν Μπλαν.

Δέκα χρόνια αργότερα, η Εθνική ομάδα έφτανε ξανά μέχρι τον τελικό της διοργάνωσης, με μία μεγαλειώδη πορεία που άρχισε με αποκλεισμό στα playoffs της Αγγλίας, χάρη σε εκτός έδρας… αυτογκόλ του Μάρκους Χολ. Η Ελλάδα είχε νικήσει 2-0 στο Ηράκλειο (Τραϊανός Δέλλας και Νίκος Λυμπερόπουλος τα γκολ στο τελευταίο τέταρτο) και στη ρεβάνς ηττήθηκε με 2-4 (ο Παντελής Κωνσταντινίδης το άλλο ελληνικό τέρμα), ωστόσο κατάφερε να αποκλείσει μία ομάδα με παίκτες όπως ο Ρίο Φέρντιναντ, Τζέιμι Κάραχερ, Φρανκ Λάμπαρντ, Εμίλ Χέσκεϊ και Μάικλ Όουεν, που έμελε να μην κατακτήσει ποτέ τίποτα.

Πρώτος αντίπαλος στην τελική φάση ήταν η Γερμανία του πρωταθλητή Γερμανίας με την Κάιζερσλαουτερν του Ότο Ρεχάγκελ, Μίχαελ Μπάλακ, του πρωταθλητή Ευρώπης έναν χρόνο νωρίτερα με τη Ντόρτμουντ, Λαρς Ρίκεν, και των Τόρστεν Φρινγκς και Φρανκ Μπάουμαν μεταξύ άλλων. Κανένα πρόβλημα για την ελληνική ομάδα, που με ένα γκολ του αρχηγού Γιώργου Καραγκούνη, πήρε τη νίκη πρόκριση με 1-0.

 

Στα ημιτελικά, ακόμα ένα μεγαθήριο απέναντι στη ‘γαλανόλευκη’. Η Ολλανδία των Ρουντ φαν Νίστελροϊ, Ρόι Μακάι, Νάιτζελ ντε Γιονγκ, Μαρκ φαν Μπόμελ, Φερνάντο Ρίκσεν, Κίκι Μουσάμπα, Τζορτζ Μπόατενγκ (μετέπειτα της Ξάνθης) και Νόρντιν Βόουτερ (μετέπειτα του Παναθηναϊκού). Ο Γιάννης Κόλλιας παρέταξε μία ενδεκάδα με 4 (!) στόπερ (ο ένας στα χαφ) και διέλυσε με 3-0 τους ‘οράνιε’.

Στον τελικό του ‘Λία Μανόλιου’ στο Βουκουρέστι, η Ελλάδα βρήκε απέναντί της την Ισπανία του Ινιάκι Σάεθ, του προπονητή που θα έβρισκε αντίπαλο και το 2004, στην πορεία προς την κατάκτηση του Euro 2004. Ο Ισπανός τεχνικός διέθετε πανίσχυρο ρόστερ στο οποίο ξεχώριζαν οι Χουάν Κάρλος Βαλερόν, Βίκτορ Σάντσεθ, Γκούτι, Σάλβα Μπαγέστα, Μίτσελ Σαλγκάδο, Σέρχιο Μπαγεστέρος και Φρανθέσκ Αρνάου.

Σε έναν αγώνα που ήταν πολύ σφιχτός, αφού καμία από τις δύο ομάδες δεν είχε δεχθεί γκολ στην τελική φάση, το γκολ του Ιβάν Πέρεθ στο 65′ έκρινε τα πάντα. Η Ελλάδα δεν κατάφερε να απαντήσει, αν και έχει παράπονα για μία φάση στο τέλος από τον διαιτητή του τελικού, Λούμπος Μίχελ.

Ακόμα κι έτσι, αυτή η ‘φουρνιά’ που δεν κέρδισε κάτι στα γήπεδα της Ρουμανίας, έστειλε 5 παίκτες (Καραγκούνης, Δέλλας, Γιάννης Γκούμας, Βασίλης Λάκης, Άγγελος Μπασινάς) στην Πορτογαλία 6 χρόνια μετά, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Με την ευκαιρία της σημερινής αποστολής της Εθνικής κ-21, το Contra.gr θυμάται τι έκαναν τα στελέχη εκείνης της ομάδας που έφτασαν τόσο κοντά στην κατάκτηση του τουρνουά.

Τερματοφύλακες

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Έχοντας πανηγυρίσει ήδη ένα πρωτάθλημα ως βασικός με τον Ολυμπιακό, το πρωτάθλημα ορόσημο του 1997, προερχόταν από μία σεζόν στον πάγκο βλέποντας την ‘πλάτη’ του Κυριάκου Τοχούρογλου. Από τη νέα σεζόν, όμως, καθιερώθηκε κάτω από τα δοκάρια των μόνιμων πρωταθλητών Ελλάδας μέχρι εκείνον τον αγώνα με τη Λίβερπουλ, που ουσιαστικά τελείωσε την πορεία του στον Ολυμπιακό (με 7 πρωταθλήματα και ένα κύπελλο) και του άνοιξε την πόρτα του καμπιονάτο.

 

Στη Μεσίνα έδειξε κάποια καλά στοιχεία ώστε το 2005 να τον εμπιστευτεί η Μίλαν ως 3ο τερματοφύλακα και από εκεί να μεταπηδήσει στον πάγκο της Ρόμα. Άσκολι, Σιένα ήταν οι τελευταίοι σταθμοί του στη Serie A, μέχρι να επιστρέψει στην Ελλάδα για τον ΠΑΣ Γιάννενα και να συνεχίσει σε Ηρακλή και Πανιώνιο, όπου το 2012 ολοκλήρωσε την καριέρα του. Σε όλη αυτήν την πορεία, παρότι θεωρείτο κορυφαίος τερματοφύλακας για τα ελληνικά δεδομένα, δεν υπήρξε σημαντικό στέλεχος για την Εθνική Ελλάδας, έχοντας 12 συμμετοχές μεταξύ 1999 και 2001, με τον Ότο Ρεχάγκελ να τον ‘κόβει’ από την ομάδα. Πλέον, εργάζεται ως προπονητής, όντας πλέον στον πάγκο του Ηρακλή.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Το καλοκαίρι του 1998 επέστρεψε στην Καλαμάτα, όπου έκανε τις πρώτες καλές σεζόν της καριέρας του και το 2001 πήρε μεταγραφή στην ΑΕΚ. Περιορίστηκε σε δεύτερο ρόλο, έπαιξε δανεικός στη Λα Λουβιέρ το 2002-2003 και στη συνέχεια έπαιξε μία σεζόν στον Άρη το 2004-2005.

 

Από εκεί και πέρα, η καριέρα του πήρε την κατιούσα, αφού κατάφερε να πάρει παιχνίδια μόνο στην Καστοριά το 2006-2007, για να ακολουθήσει μία 6ετία ως αναπληρωματικός στην Ξάνθη. Καλλιθέα και Ερμιονίδα ήταν οι τελευταίοι σταθμοί της επαγγελματικής καριέρας του, αλλά στα 41 του συνεχίζει το ποδόσφαιρο σε ερασιτεχνικό επίπεδο στην Καλαμάτα.

Αμυντικοί

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

Προήλθε από τις ακαδημίες του Παναθηναϊκού, ωστόσο δεν κατάφερε να διακριθεί σε μία εποχή που τα στόπερ των ‘πρασίνων’ ήταν πολλά και ικανά. Αποχώρησε τον Ιανουάριο του 2001 με προορισμό τον Ηρακλή και τον Ιανουάριο του 2002 βρέθηκε στο Αιγάλεω. Εκεί αναγεννήθηκε και ταυτίστηκε με τη σπουδαία ομάδα του Σίτι που έφτασε μέχρι και σε ευρωπαϊκή παρουσία για 3 σερί σεζόν. Ο Παναθηναϊκός τον ζήτησε πίσω ως αντικαταστάτη του Σωτήρη Κυργιάκου, ωστόσο το 2005 πήρε μεταγραφή στην ΑΕΚ. Οι τραυματισμοί την επόμενη χρονιά τον έθεσαν νοκ άουτ για 2 σεζόν. Όταν επέστρεψε ήταν πλέον αργά για τον ίδιο, με συνέπεια να κλείσει την καριέρα του το 2010-2011 στον Εργοτέλη.

 

Η μεταγραφή του στην ΑΕΚ συνοδεύτηκε με το ντεμπούτο του στην Εθνική ανδρών τον Αύγουστο του 2005, σε φιλικό κόντρα στο Βέλγιο. Ακολούθησαν ακόμα δύο φιλικά παιχνίδια, ωστόσο δεν συμμετείχε ξανά σε άλλη υποχρέωση του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως βοηθός του Νίκου Κωστένογλου σε ΑΕΚ και Ανόρθωση και ασχολείται με την ανάπτυξη του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΑΝΤΖΑΣ

Κομβικό στέλεχος εκείνης της ομάδας, αφού εκτός από κεντρικός αμυντικός, αρμοδιότητές του δεν ήταν μόνο να κόβει, αλλά και να μοιράζει παιχνίδι, γι’ αυτό μπορούσε να παίξει και ως αμυντικός μέσος. Άρχισε από τον Πανδραμαϊκό για να συνεχίσει για 2 χρόνια στην Ξάνθη, μέχρι να πάρει μεταγραφή στον Ολυμπιακό μετά από το Euro. Στους Πειραιώτες υπήρξε σημαντικός αλλά όχι αναντικατάστατος, ενώ αντιμετώπισε και κάποια προβλήματα τραυματισμών που τον άφησαν πίσω.

 

Με τη σεζόν 2003-2004 να βρίσκεται σε εξέλιξη, έβαλε… βόμβα στην ομάδα όταν ζήτησε να φύγει για να επιστρέψει στη Δράμα, μετά από τον θάνατο του πατέρα και του παππού του. Η μετακίνησή του στη Δόξα της Γ’ Εθνικής του κόστισε τη συμμετοχή στο Euro 2004. Επέστρεψε στον Ολυμπιακό χωρίς να παίξει και στο 2ο μισό της σεζόν 2004-2005 έπαιξε στην Ξάνθη, όπου βρήκε ξανά τα πατήματά του. Το καλοκαίρι του 2007 τον βρήκε ξανά στο ‘Γεώργιος Καραϊσκάκης’, όπου μετά από 2 σεζόν σταμάτησε το ποδόσφαιρο στα 33 του λόγω προβλημάτων στο γόνατο. Κατέκτησε 7 πρωταθλήματα Ελλάδας και 3 κύπελλα, ενώ δεν ήθελε να ασχοληθεί με την προπονητική και πλέον συμμετέχει στο project του Φρανκ Ζουέλα με την Stars of The Future στις ακαδημίες της Σπόρτινγκ στην Ελλάδα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΟΥΜΑΣ

Παρά τις αρχικές επικρίσεις, κατάφερε να καθιερωθεί στον Παναθηναϊκό και να πάει στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα κ-21 ως ένας από τους πιο έμπειρους παίκτες. Εξελίχθηκε σε ‘βράχο’ της άμυνας τόσο για την ελληνική ομάδα όσο και για τους ‘πράσινους’, για τους οποίους υπήρξε one-club man. Μετά από 376 συμμετοχές με το ‘τριφύλλι’ και 36 γκολ, ο αρχηγός Γκούμας έλυσε το συμβόλαιό του με τον σύλλογο, αφού δεν ήταν στα πλάνα του Χενκ τεν Κάτε.

 

Έχοντας κατακτήσει 3 πρωταθλήματα και 2 κύπελλα και παίζοντας ως αλλαγή στα δύο παιχνίδια με τη Λέγκια στην πορεία του Παναθηναϊκού στα ημιτελικά του Champions League 1995-1996, η καριέρα του γέμισε το Euro 2004, όταν βρέθηκε στην αποστολή του Euro 2004, έστω κι αν δεν αγωνίστηκε ούτε λεπτό. Συνολικά έπαιξε σε 45 αγώνες της Εθνικής ανδρών από το 1999 μέχρι το 2008 και πλέον εργάζεται ως προπονητής της Εθνικής κ-19, μετά από περάσματα από τους πάγκους της Γλυφάδας, της Πεύκης και της Ξάνθης (βοηθός).

ΤΡΑΙΑΝΟΣ ΔΕΛΛΑΣ

Από δεξί εξτρέμ στις ακαδημίες του Άρη σε ηλικία 11 ετών, ‘κολοσσός’ της Εθνικής κ-21 το 1998, ως παίκτης της Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Ο Δέλλας είχε εντυπωσιάσει με τη θητεία του σε ‘κίτρινους’ και Πανσερραϊκό (2 χρόνια δανεικός), με συνέπεια ο αγγλικός σύλλογος να τον αποκτήσει το 1997. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1999 για λογαριασμό της ΑΕΚ, πραγματοποιώντας εμφανίσεις που τον έστειλαν στη Serie A.

 

Στην Περούτζια αγωνίστηκε λίγο, αλλά αρκετά ώστε να τον δει ο Φάμπιο Καπέλο και να τον πάρει για το βασικό σχήμα της Ρόμα. Μετά από 3 σεζόν στο ‘Ολίμπικο’, επέστρεψε στην ΑΕΚ και το 2008 βρέθηκε στην Ανόρθωση. Η καριέρα του έκλεισε στην Ένωση το 2012, μετά από δύο κύπελλα, και στο τέλος της επόμενης σεζόν ανέλαβε βεβιασμένα την τεχνική ηγεσία της ομάδας, χωρίς να καταφέρει να αποτρέψει τον υποβιβασμό. Παρέμεινε στο ‘τιμόνι’ ως το 2014-2015, οδηγώντας την στην επιστροφή στη Super League. Τον Νοέμβριο του 2015 ανέλαβε τον Ατρόμητο και τον Ιανουάριο του 2018 τον Παναιτωλικό.

Όσο για την Εθνική ανδρών, με 53 συμμετοχές από το 2001 μέχρι το 2009 και με ένα γκολ, το ‘αργυρό’ στον ημιτελικό του Euro 2004 κόντρα στην Τσεχία, η πορεία του είναι πασίγνωστη.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

Μετά από 4 σεζόν στην Α’ Εθνική με τη φανέλα του ΟΦΗ, το 1998-1999 ήταν η πρώτη χρονιά του ως βασικό στέλεχος στην άμυνα των Κρητικών (30 αγώνες), κάτι που επανέλαβε τη νέα χρονιά (31 αγώνες). Από το 2000-2001, όμως, οι συμμετοχές του άρχισαν να μειώνονται μέχρι να συμπληρώσει το πρώτο εξάμηνο του 2004-2005 και να αλλάξει για πρώτη φορά στην καριέρα του φανέλα, αλλά όχι νησί. Πήγε στον ΠΑΝΟΜ και στη συνέχεια έπαιξε ξανά Όμιλο Φιλάθλων, αλλά της Ιεράπετρας αυτήν τη φορά στη Γ’ Εθνική, ολοκληρώνοντας εκεί την καριέρα του.

 

Στην Εθνική ανδρών αγωνίστηκε 3 φορές, σε φιλικά παιχνίδια το 1999, ωστόσο δεν κέρδισε την εμπιστοσύνη του Βασίλη Δανιήλ και δεν αγωνίστηκε ξανά. Πλέον εργάζεται ως προπονητής στα τμήματα υποδομής της μεγάλης αγάπης του, του ΟΦΗ.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΛΤΖΟΣ

Βασικό στέλεχος της εξαιρετικής ομάδας του Αθηναϊκού που είχε μονιμοποιηθεί στην Α’ Εθνική τη δεκαετία του ’90, πήρε μεταγραφή στον Πανηλειακό το 1998, όπου αγωνίστηκε για 3,5 σεζόν. Ακολούθησε ο Απόλλων Καλαμαριάς, η Κέρκυρα, ο ΟΦΗ και τον Οκτώβριο του 2006 δοκιμάστηκε στη Λιντς, αλλά δεν πήρε συμβόλαιο. Στη συνέχεια αγωνίστηκε σε Βέροια, Λεβαδειακό και το 2011-2012 στον Θρασύβουλο Φυλή, ολοκληρώνοντας την καριέρα του με 441 συμμετοχές, οι 265 εκ των οποίων στην Α’ Εθνική.

 

Στην Εθνική ανδρών δεν αγωνίστηκε ποτέ και το 2017-2018 τον βρήκε στον πάγκο της ΑΕ Μυλοποτάμου στη Γ’ Εθνική.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΛΑΚΙΩΤΗΣ

Άρχισε την καριέρα του από τη μεγάλη ομάδα της γενέτειράς του, της Βέροιας, και οι αγώνες της Ρουμανίας τον βρήκαν ήδη ένα εξάμηνο στον ΠΑΟΚ. Με τον ‘δικέφαλο του βορρά’ είχε 93 συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις στα 4 χρόνια που παρέμεινε στην Τούμπα, όπου πανηγύρισε την κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας 2001. Στην Καλλιθέα συνέχισε για 3,5 χρόνια, ως βασικός στέλεχος της άμυνας, ενώ ακολούθησαν 3 χρονιές σε μικρότερες κατηγορίες με Πανθρακικό, Αγροτικό Αστέρα και Μακεδονικό.

 

Η καριέρα του στην Εθνική ομάδα δεν συνεχίστηκε στους άνδρες, όντας αναπληρωματικός και στην κ-21, ενώ δεν ασχολήθηκε ούτε με την προπονητική. Αντιθέτως, υπήρξε υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στη Βέροια το 2014.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ

Αθόρυβος εργάτης της άμυνας, με αρκετά μεγάλη συμμετοχή στην πορεία εκείνης της Εθνικής ομάδας, συνέχισε ακόμα μία σεζόν στην Καλαμάτα με την οποία καθιερώθηκε σε επίπεδο Α’ Εθνικής, μέχρι να πάρει τη μεγάλη μεταγραφή του στον Ολυμπιακό. Υπήρξε πάντα μία κομβική λύση για την άμυνα των ‘ερυθρολεύκων’, με αρκετές συμμετοχές στα 7,6 χρόνια που κάθισε στο λιμάνι, πανηγυρίζοντας 7 πρωταθλήματα και 2 κύπελλα. Ακολούθησε συμπαθητική θητεία στην Ξάνθη και το τελείωμα της καριέρας σε Αστέρα Τρίπολης, κλείνοντας τον κύκλο που άνοιξε το 1993 στον Ολυμπιακό Βόλου.

 

Μάλιστα, ολοκλήρωσε την καριέρα του στην Α’ Εθνική με 335 συμμετοχές, ρέκορντμαν από τους εν ενεργεία παίκτες εκείνη την εποχή. Στην Εθνική ανδρών αγωνίστηκε μόλις 2 φορές το 2001 υπό τις οδηγίες του Δανιήλ. Μετά από το τέλος της καριέρας του ως ποδοσφαιριστής, δεν ασχολήθηκε με την προπονητική, αλλά με τις επιχειρήσεις, ενθυμούμενος, πάντως, τη σπουδαία καριέρα του με το ίδιο πάθος, όπως εξήγησε σε παλαιότερη συνέντευξη που παραχώρησε στο Contra.gr.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΟΓΕΝΙΔΗΣ

Βασικό στέλεχος της Εθνικής που έφτασε μέχρι τον τελικό του Euro κ-21, αφού είχε ήδη πάρει φανέλα βασικού στον πρωταθλητή Ολυμπιακό όταν ταξίδεψε στη Ρουμανία. Μετά από 3 σεζόν στον Άρη, ο γεννημένος στην Τασκένδη δεξιός μπακ είχε δείξει ήδη τις ικανότητές του και είχε κάνει δική του τη θέση στους ‘ερυθρολεύκους’. Βασικός μέχρι την αρχή της νέας δεκαετίας, παρέμεινε στην ομάδα μέχρι και το 2005-2006, κατακτώντας 8 πρωταθλήματα Ελλάδας και 3 κύπελλα. Ακολούθησε μία τριετία σε Ηρακλή και Θρασύβουλο, κρεμώντας τα ‘παπούτσια’ του σε ηλικία 32 ετών το 2009.

 

Στην Εθνική ανδρών πήρε φανέλα βασικού για μία τριετία από το 1998 μέχρι το 2001, ωστόσο στη συνέχεια δεν βρισκόταν στα πλάνα του Ρεχάγκελ. Μετά από το τέλος της καριέρας του ως παίκτης, άρχισε καριέρα προπονητή, με θητεία στις ακαδημίες του Ολυμπιακού.

Μέσοι

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΣ

Ο ‘αιώνιος’ αρχηγός των αντιπροσωπευτικών συγκροτημάτων διετέλεσε ηγετική φιγούρα και σε εκείνη την ομάδα. Προερχόταν από έναν άκρως πετυχημένο διετή δανεισμό στον Απόλλωνα Αθηνών και την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ενόπλων Δυνάμεων το 1997. Μετά από το Euro κ-21 επέστρεψε στον Παναθηναϊκό, γράφοντας ‘χρυσή σελίδα’ στην καριέρα του και έφτασε μέχρι τη μετακίνηση στην Ίντερ το 2003.

 

Μετά από 2 χρόνια, 36 συμμετοχές κι ένα Coppa Italia, μετακινήθηκε στην Μπενφίκα, όπου έκατσε ξανά μία διετία, αυτήν τη φορά με 67 συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις. Το 2007 επέστρεψε στον Παναθηναϊκό για 5 χρόνια, έχοντας ηγετικό ρόλο όλο αυτό το διάστημα, με αποκορύφωμα το νταμπλ του 2010. Το 2012 θεωρήθηκε μεγάλος για την ομάδα με συνέπεια να βρει νέο σταθμό στην καριέρα του. Η Φούλαμ του έδωσε την ευκαιρία κι αυτός την αποζημίωσε με εξαιρετικές εμφανίσεις, αρκετές ως βασικός, στην Premier League στα 37 του.

Ίσως η πιο σημαντική ομάδα της καριέρας του, όμως, να είναι η Εθνική. Έκανε ντεμπούτο στην ανδρών το 1999 και ακολούθησαν ακόμη 138 παιχνίδια και 10 γκολ, με συνέπεια να εξελιχθεί στον ρέκορντμαν συμμετοχών της ομάδας. Το πρώτο τέρμα του ήταν και το πρώτο της εποχής Ρεχάγκελ στο ‘τιμόνι’ της Εθνικής (στη συντριβή στη Φινλανδία), το 3ο επετεύχθη κόντρα στην Πορτογαλία στο Euro 2004, το 9ο κόντρα στη Ρωσία έστειλε την Ελλάδα στα νοκ άουτ του Euro 2012.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Πραγματοποίησε ντεμπούτο σε επαγγελματικό επίπεδο το 1993-1994 στο κύπελλο με τη φανέλα της… ΑΕΚ. Το 1994 γύρισε στη Μακεδονία και την Καβάλα και το 1996 κατέβηκε ξανά στην Αθήνα για τον Απόλλωνα Αθηνών. Ως παίκτης του έφυγε για τη Ρουμανία και γύρισε ως παίκτης του ΠΑΟΚ με τον οποίο πανηγύρισε το Κύπελλο Ελλάδας 2001, έχοντας ξανά τον Ντούσαν Μπάγεβιτς προπονητή. Επέστρεψε στην Αθήνα για λογαριασμό του Παναθηναϊκού το 2002, όπου στα 3 χρόνια που κάθισε, κατέκτησε το νταμπλ του 2004, ενώ το 2005 φόρεσε και πάλι τη φανέλα του ΠΑΟΚ. Η καριέρα του ολοκληρώθηκε τη σεζόν 2009-2010 στον ΟΦΗ στη Β’ Εθνική.

 

Αν και είχε 495 αγώνες και 63 γκολ στην καριέρα του παίζοντας κυρίως αριστερά, στην Εθνική κ-21 έπαιξε σε όλη την πλευρά σε εκείνο το τουρνουά. Αργότερα, στην ανδρών είχε 21 συμμετοχές, από το 1999 μέχρι το 2003, όταν σταμάτησε να τον υπολογίζει ο Ρεχάγκελ. Το τέλος της καριέρας του τον βρήκε τεχνικό διευθυντή του ΠΑΟΚ μέχρι το 2012 και από το 2003 αποτελεί διευθυντή ποδοσφαίρου του ‘δικεφάλου του βορρά’.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΑΣΙΝΑΣ

Ακόμα ένα προϊόν των ακαδημιών του Παναθηναϊκού, έναν χρόνο μικρότερος από τον Γκούμα και γι’ αυτό άρχισε την καριέρα του μία σεζόν αργότερα, το 1995-1996. Η πρώτη γεμάτη σεζόν του κατέληξε στο ταξίδι στο Βουκουρέστι, χωρίς, πάντως, να έχει ιδιαίτερη συμβολή. Βασικός και αναντικατάστατος στον Παναθηναϊκό μέχρι το καλοκαίρι του 2005, όταν μετά από 2 πρωταθλήματα και ένα κύπελλο πήγε στη Μαγιόρκα για 3 χρόνια. Επέστρεψε στην ΑΕΚ για 1,5 σεζόν (2008-2009) και ακολούθησαν ακόμη 18 μήνες στην Πόρτσμουθ. Η καριέρα του ολοκληρώθηκε αθόρυβα με ένα δίμηνο στη γαλλική Αρλ το 2010.

 

Στην Εθνική ανδρών έκανε ντεμπούτο το 1999 κι έκτοτε ήταν πάντα εκεί, σε κάθε αποστολή, μαζί με τον Θοδωρή Ζαγοράκη και τον Κώστα Κατσουράνη. Όταν ο πρώτος αποχώρησε από την Εθνική ομάδα, παρέλαβε το περιβραχιόνιο του αρχηγού και την Πρωταπριλιά του 2009 πραγματοποίησε την 100ή και τελευταία διεθνή συμμετοχή του. Τότε ήταν μόλις ο 2ος διεθνής με τριψήφιο αριθμό, πλέον ο 4ος. Τα τελευταία χρόνια κράτησε χαμηλό προφίλ και εδώ και μερικές μέρες είναι ο βοηθός του Άγγελου Αναστασιάδη στην Εθνική Ελλάδας.

ΙΕΡΟΚΛΗΣ ΣΤΟΛΤΙΔΗΣ

Ακόμα ένας βασικός εκείνης της ομάδας, έχοντας τη μεγαλύτερη προϋπηρεσία, λόγω των +100 συμμετοχών που είχε ήδη με τον Ηρακλή από το 1992 στην Α’ Εθνική. Παρά την επιτυχία εκείνης της Εθνικής κ-21, παρέμεινε πιστός στον ‘γηραιό’ μέχρι το 2003, όταν προτίμησε την πρόταση του Ολυμπιακού αντί για εκείνη του Παναθηναϊκού, όπως εξομολογήθηκε πριν από μερικά χρόνια στο Contra.gr. Στους Πειραιώτες πέρασε 5 σεζόν στις οποίες η ενδεκάδα άρχιζε από εκείνον και ακόμα δύο σεζόν όπου κρίθηκε περιττός, με συνέπεια να φύγει το 2010 για την Κέρκυρα.

 

Στους ‘Φαίακες’ αγωνίστηκε μόλις μία σεζόν και κρέμασε τα ‘παπούτσια’ του με 5 πρωταθλήματα, 4 κύπελλα, ένα Super Cup και μόλις 6 συμμετοχές στην Εθνική Ελλάδας σε επίπεδο ανδρών, μεταξύ 1999 και 2000, αφού ο Ρεχάγκελ δεν τον έκρινε χρήσιμο για το Euro 2004. Όταν τον κάλεσε το 2008, ο Στολτίδης αρνήθηκε την πρόσκληση. Το τέλος της καριέρας του τον βρήκε εκτός ποδοσφαίρου, με ένα διάλειμμα όταν ανέλαβε τεχνικός διευθυντής του Αγροτικού Αστέρα το 2017, αλλά έφυγε επειδή του ζητήθηκε να αγωνίζεται ο γιος του προέδρου, όπως κατήγγειλε ο ίδιος.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ

Στην Εθνική κ-21 είχε περιφερειακό ρόλο, ωστόσο ήταν κι αυτός εκεί, ένα από τα στελέχη που άγγιξαν το τρόπαιο. Μάλιστα, ανήκε ήδη στον Ολυμπιακό, μετά από τα 2,5 χρόνια στην Καβάλα. Στον Πειραιά κάθισε 3,5 σεζόν και είχε 28 συμμετοχές και 5 τέρματα, ωστόσο πανηγύρισε 4 πρωταθλήματα και ένα κύπελλο. Όταν έφυγε για την Ξάνθη, εξελίχθηκε σε σημαντικό ‘γρανάζι’ της ομάδας. Το 2004-2005 αγωνίστηκε στην Κύπρο για τον Ολυμπιακό Λευκωσίας και το 2005 πήγε σε ακόμα ένα μεγάλο νησί, στην Κρήτη για τον ΟΦΗ.

 

Έμεινε 4 σεζόν, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του συλλόγου το 2007-2008 με 8 τέρματα και έφυγε το 2009 για τον Ατρόμητο. Μετά από 3 χρόνιες με 86 συμμετοχές, μετακινήθηκε για τελευταία φορά, στον Παναιτωλικό όπου έκλεισε την καριέρα του το 2014 σε ηλικία 38 ετών. Από το ποδόσφαιρο αποχώρησε χωρίς συμμετοχή στην Εθνική ανδρών και χωρίς ενασχόληση τα τελευταία χρόνια.

Επιθετικοί

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Ο ‘γιατρός’, όπως ήταν το παρατσούκλι του λόγω σπουδών, υπήρξε κι αυτός σημαντικό στέλεχος της Εθνικής κ-21 στην πορεία προς τον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. Επίσης έμπειρος παίκτης λόγω βασικής παρουσίας στον Ηρακλή από τα 17 του, ενώ μετά από τη σεζόν 1998-1999 έκανε τη μεγάλη μεταγραφή, παίζοντας στην ΑΕΚ. Συμμετείχε ως βασικός και ως αλλαγή και το 2005 μετακινήθηκε στον Ιωνικό, μετά από 201 συμμετοχές με την Ένωση.

 

Ο Σερραίος επιθετικός ακολούθησε πτωτική πορεία παίζοντας στη συνέχεια σε Πανσερραϊκό, Αγροτικό Αστέρα, Εθνικό Γαζώρου, Απόλλων Παραλιμνίου και Διγενή Λακκώματος μέχρι το 2017. Με το εθνόσημο δεν είχε την ίδια εξέλιξη, αφού έπαιξε μόλις 3 φορές στην ανδρική ομάδα, σε φιλικά παιχνίδια το 1999.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΚΗΣ

Βασικός στη Νάουσα της Α’ Εθνικής στα 17 του, ο Λάκης εντυπωσίασε με την ταχύτητά του. Τον Δεκέμβριο του 1995 πήρε μεταγραφή στον Πανηλειακό, ενώ το 1998, μετά από την επιτυχία της Εθνικής κ-21, πήρε μεταγραφή στην ΑΕΚ. Στην Ένωση έμεινε μέχρι το 2007, με εξαίρεση μία σεζόν που αγωνίστηκε στην Κρίσταλ Πάλας (2004-2005). Για δύο χρόνια φόρεσε τη φανέλα του ΠΑΟΚ και το τέλος της καριέρας του τον βρήκε στην Καβάλα το 2010.

 

Στις 507 συμμετοχές και στα 84 τέρματά του σε όλες τις διοργανώσεις προστίθενται και τα δύο κύπελλα που κατέκτησε με την ΑΕΚ και φυσικά το Euro 2004, αφού υπήρξε μέλος εκείνης της Εθνικής ανδρών, έχοντας συνολικά 35 συμμετοχές και 3 γκολ από το 1999 μέχρι το 2005. Μετά από το τέλος της καριέρας του, δημιούργησε μία ακαδημία ποδοσφαίρου, συνεχίζοντας την ενασχόληση με το άθλημα που αγάπησε.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΑΜΠΡΙΑΚΟΣ

Ο πανύψηλος επιθετικός άρχισε την πορεία του στο ποδόσφαιρο από τον Άρη το 1993 και το 1995 κατηφόρησε στη Ριζούπολη για τη ‘χρυσή’ περίοδο του Απόλλωνα Αθηνών. Μετά από την πιο παραγωγική χρονιά του με 12 γκολ σε 27 αγώνες στο πρωτάθλημα της Β’ Εθνικής, πήρε μεταγραφή στην Ξάνθη, με την οποία συνδέθηκε για τα επόμενα 7,5 χρόνια, παίζοντας ως επιθετικός αλλά και ως… στόπερ όποτε χρειάστηκε. Το τέλος της καριέρας του τον βρήκε πίσω στον Άρη για 1,5 χρόνο.

 

Σε όλη αυτήν τη μακρά πορεία δεν φόρεσε ποτέ τη φανέλα με το εθνόσημο σε επίπεδο ανδρών (ήταν ένας από τους 5 παίκτες που δεν έγιναν διεθνείς, μαζί με τους Κόλτζο, Κουλακιώτη, Σωτήρη Λυμπερόπουλο και Σφακιανάκη), όπως δεν είχε μεγάλη συμβολή στην πορεία του 1998.

ΝΙΚΟΣ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ήταν το μεγάλο αστέρι εκείνης της ομάδας αλλά και μεταξύ των σταρ της διοργάνωσης. Έχοντας κάνει ήδη δύο άλματα από Εράνη Φιλιατρών στην Καλαμάτα και από εκεί στον Παναθηναϊκό, ο Λυμπερόπουλος πήγε στο τουρνουά ως βασικός στον Παναθηναϊκό και με 3 γκολ, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του τουρνουά. Με τους ‘πράσινους’ δεν κατέκτησε κάποιο τρόπαιο αφού η 7ετία του συνέπεσε με την κυριαρχία του Ολυμπιακού.

Το καλοκαίρι του 2003 έφυγε από το ‘τριφύλλι’ και φόρεσε τη φανέλα της ΑΕΚ, στην οποία έμεινε για 5 σεζόν. Όπως και με τον Παναθηναϊκό, αναδείχθηκε και με την Ένωση πρώτος σκόρερ της Α’ Εθνικής και το 2008 έφυγε για τη Γερμανία, όπου αγωνίστηκε για 2 χρόνια στην Άιντραχτ Φρανκφούρτης. Επέστρεψε το 2010 και έκλεισε την καριέρα του στην ΑΕΚ, πανηγυρίζοντας το πρώτο τρόπαιο της καριέρας του, το κύπελλο του 2011.

 

Στην Εθνική ανδρών είχε κληθεί πριν από το 1998, έχοντας ήδη 3 συμμετοχές από το 1996. Το 1999 έκανε 14 συμμετοχές, όντας απαραίτητο ‘γρανάζι’ στην ομάδα, ωστόσο με τον καιρό αυτό άλλαξε. Δεν κλήθηκε στο Euo 2004 αν και είχε διεθνείς συμμετοχές όλα τα χρόνια πριν και μετά από το έπος της Πορτογαλίας. Συνολικά στην καριέρα του έπαιξε 730 αγώνες και σκόραρε 274 συμμετοχές και με την Εθνική ομάδα είχε 76 αγώνες και 13 γκολ. Κατόπιν, εργάστηκε ως τεχνικός διευθυντής, πρώτα στην ΑΕΚ, μετά στον Παναθηναϊκό και από το 2017 ξανά στην Ένωση.

Προπονητής

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΛΛΙΑΣ

Ήταν ο προπονητής εκείνης της ομάδας, ο άνθρωπος στον οποίο αρκετοί από τους παίκτες πιστώνουν την επιτυχημένη πορεία και τη βουτιά στα ‘βαθιά’ του ποδοσφαίρου. Προπονητής στις ‘μικρές’ Εθνικές για χρόνια, παρέμεινε στην κ-21 και στη συνέχεια, αν και δεν κατόρθωσε να επαναλάβει αντίστοιχη πορεία.

 

Στην καριέρα του εργάστηκε μία φορά σε σύλλογο, στον Ολυμπιακό το 2002-2003 για έναν μήνα, όπου κάθισε στον πάγκο σε 5 παιχνίδια, τα δύο για το Champions League (ήττες από Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Λεβερκούζεν).

Photo credits: Eurokinissi

Πηγή: Contra.gr


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.