Δώνος Προμηθευτική Άμεση εξυπηρέτηση

Πλαγιώτικα σημειώματα: Η θάλασσα που χωρίζει και ενώνει

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

Μνήμη Σπύρου Ασδραχά

1 ΦΩΤΟ: Πανοραμική αεροφωτογραφία του Διαύλου και του περιβάλλοντος χώρου:

1) Η νησίδα «Αλέξανδρος» (όχι Φόρτι, όπως αναγράφεται). 2) Ο λόφος του Παλιοχαλιά. 3) Οι «Αλυκές Αλεξάνδρου». 4) Οι «σωροί» (δηλαδή οι λάσπες από τον καθαρισμό του Διαύλου), που ξεκινούν από τον Παλιοχαλιά και φτάνουν ως το «Καρνάγιο». 5) Η μικροσκοπική νησίδα «Φορτίνο» ή «Κωνσταντίνος», δυτικά της οποίας άρχιζε η αρχαία γέφυρα, που ένωνε τη Λευκάδα με την Ακαρνανία. 5α) Το ακρωτήριο ονομαζόμενο «Ρούγα» (το σωστό: «Μπούγα»), όπου κατέληγε η ως άνω γέφυρα. 6) Το ιβάρι του Αβλέμονα, που ξεκινάει από τον Παλιοχαλιά και φτάνει ως την εθνική οδό Λευκάδας-Βόνιτσας. 7) Ο μόλος απ’ όπου ξεκινούσαν τα μονόξυλα της Περατιάς για τη Λευκάδα. 8) Ο χώρος απόθεσης των σκουπιδιών της Λευκάδας. 9) Το «Καρνάγιο»: στο σημείο αυτό υπήρχε το πέρασμα των μονόξυλων από τον Αβλέμονα στον Δίαυλο. 10) Η «Μαρίνα» της Λευκάδας.

*****

Για τη θάλασσα που χώριζε και συνέδεε γράφει σε ένα άρθρο του στην Καθημερινή της 26.2.2010 ο Σπύρος Ασδραχάς – και ομολογώ ότι αυτό το συνέδεε με αιφνιδίασε(1). Κι όταν το γράφει αυτό, έχει μπροστά στα μάτια του ζωντανή την εικόνα της στενής θαλάσσιας λωρίδας, που χωρίζει τη Λευκάδα και την έναντι Ακαρνανία. Την ίδια εικόνα τη βρίσκουμε και σε ένα άλλο γραπτό του, στο οποίο παραθέτει την εξής ληξιαρχική καταγραφή:

Το 1794, Ιουνίου 16, θάβεται ο Ιωάννης Αυλωνίτης λεγόμενος Καμινάρης … «από φόνον, όπου τον εσκότωσαν οι Περατιανοί εις το πέλαγος»· θάβεται και αυτός «έξω» και «ήτον χρονών σχεδόν 49». Και μετά την περιγραφή ακολουθεί το εξής σχόλιο του Ασδραχά: Στο πέλαγος: πηγαίνοντας στην Περατιά, παλιό χωριό της απέναντι Ακαρνανίας, ή επιστρέφοντας απ’ αυτήν με «μονόξυλο». Θα ήθελα να αξιωθώ να γράψω κάτι γι’ αυτή την Περατιά, εδώ ή αλλού, που παίρνει τ’ όνομά της από τη Λευκάδα…(2)

Το «η Περατιά παίρνει τ’ όνομά της από τη Λευκάδα» ταυτίζεται κατ’ ουσίαν με την αρχική φράση «η θάλασσα που χώριζε και συνέδεε»: τη λένε Περατιά γιατί σ’ αυτήν «περνάει» κανείς ερχόμενος διά θαλάσσης από τη Λευκάδα. Το ίδιο υποδηλώνει με σαφήνεια και το τοπωνύμιο «Πέραμα»(3), κοντά στον ερειπωμένο ναΐσκο του Αγίου Γεωργίου στην περιοχή του Καλλιγονίου, μπροστά στη μικροσκοπική νησίδα «Φορτίνο» ή «Κωνσταντίνος», απ’ όπου άρχιζε η αρχαία γέφυρα «Πέραμα-Ρούγα», που ένωνε τη Λευκάδα με την Ακαρνανία: Πέραμα είναι το μέρος από το οποίο «περνάει» κανείς από το Καλλιγόνι στην απέναντι ακαρνανική ακτή (ΦΩΤΟ 1+2).(4)

2 ΦΩΤΟ: Η αρχαία γέφυρα, που ένωνε τη Λευκάδα με την Ακαρνανία (Σχέδιο Φωκίωνος Νέγρη).

Το ότι η μεταξύ Λευκάδας και Ακαρνανίας λιμνοθάλασσα περισσότερο ενώνει παρά χωρίζει –ακόμα σε εποχές που οι δύο ακτές ανήκουν σε διαφορετικά κράτη- ο (γεννημένος στο Αργοστόλι αλλά μεγαλωμένος στη Λευκάδα και ως το τέλος δημότης της Περατιάς, του χωριού του πατέρα του απέναντι από τη Λευκάδα) Ασδραχάς το έμαθε από πρώτο χέρι: την περνούσαν εύκολα ακόμα και με ένα μικρό μονόξυλο. Ο στενός δίαυλος, που πρωτοανοίχτηκε από τους Κορίνθιους τον 7ο π.χ. αιώνα(5) και υπέστη έκτοτε πολλές παρεμβάσεις, δεν ακύρωνε αυτή τη δυνατότητα. Να πώς περιγράφει ο Ασδραχάς το πέρασμα με μονόξυλο από τη μια ακτή στην άλλη:

Απέναντι από την πόλη μας ήταν το χωριό του πατέρα μου, στο οποίο μένω πολιτογραφημένος: η Περατιά. Η συγκοινωνία γινόταν με τα μονόξυλα, δηλαδή πλεούμενα χωρίς καρίνα, γιατί το ένα κομμάτι της θάλασσας ήταν βαθύ και το άλλο ρηχό. Στο βαθύ με τα κουπιά, στο ρηχό με τη φουρκάτα. Ένας μονάχα μονοξυλιάρης Λευκαδίτης, ο μπάρμπα Μπάμπης ο Πεταλάς, οι υπόλοιποι Περατιανοί: μπάρμπα Ζώης ο Φέγγαρης, με το ωραίο ρωμαϊκό κεφάλι, ο Θοδωράκης με τα θλιμμένα μάτια, ο ευτράπελος Τσάκος και ο Γιάννης ο Ρομποτής.(6)

3 ΦΩΤΟ: Ο Δημοσθένης Βλάχος ή «μπάρμπα Δήμος», ο τελευταίος από τους μονοξυλιάρηδες της Περατιάς, μπροστά στον (κατεδαφισμένο πλέον από χρόνια) κινηματογράφο «ΦΟΙΝΙΞ». Εδώ είναι απόμαχος μονοξυλιάρης αλλά ενεργός αγρότης. Έχει έρθει στη Λευκάδα με το λεωφορείο της άγονης γραμμής, πούλησε τα πεπόνια του και περιμένει να φορτώσει την αδειανή πλέον κόφα του και να επιστρέψει στην Περατιά. Το λεωφορείο σταματούσε μπροστά «στου Μύτα», εκεί που σήμερα (Μάρτης 2020) είναι το κατάστημα «Πολίτικος μπαχτσές» (Αχρονολόγητη αλλά περί το 1980. Δημοσιεύτηκε στο «ΑΡΩΜΑ ΛΕΥΚΑΔΑΣ).

Αυτή η επικοινωνία μέσω της λιμνοθάλασσας συνέχισε έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960 με δύο «γραμμές». Η πρώτη ήταν η γραμμή Περατιάς-Λευκάδας μέσω της λιμνοθάλασσας του Αβλέμονα. Η δεύτερη η γραμμή Παλιοχαλιάς-Λευκάδας μέσω του Διαύλου.

Την πρώτη γραμμή, όπως ήδη αναφέρθηκε, την έκαναν τα μονόξυλα της Περατιάς μέσα από τη λιμνοθάλασσα του Αβλέμονα. Μ’ αυτές τις μικρές βάρκες, που καταχρηστικά ονομάζονταν «μονόξυλα», γινόταν η επικοινωνία μεταξύ της «Χώρας», δηλαδή της πόλης της Λευκάδας, και των απέναντι χωριών της Ακαρνανίας, δηλαδή της Περατιάς και της Πλαγιάς. Οι μεν Περατιανοί δεν είχαν μεγάλο διάστημα να διανύσουν οι Πλαγιώτες όμως είχαν να βαδίσουν 3-4 χιλιόμετρα. Οι βάρκες αυτές ξεκινούσαν από τον μόλο της Περατιάς (εκεί κοντά που διατηρείται ως σήμερα ένας παλιός ανεμόμυλος), περνούσαν μέσα από τον Αβλέμονα και, όταν έφθαναν στη Λευκάδα, άραζαν στην παραλία, μπροστά στη σημερινή πλατεία, απέναντι από το σημερινό καρνάγιο του «Καρνάγια», κατά κόσμον Φωτεινού. Εκεί που είναι σήμερα το μισογκρεμισμένο σπίτι του ζωγράφου Στάμου – στο ισόγειό του- υπήρχε το καφενείο του Κομεντινού, όπου μαζεύονταν οι μονοξυλιάρηδες και οι επιβάτες τους, ώσπου να φτάσει η ώρα της αναχώρησης, η οποία δεν ήταν καθορισμένη: το μονόξυλο απέπλεε, όταν η καταμέτρηση έδειχνε ότι ήταν όλοι παρόντες (ΦΩΤΟ1+4).

Σημειωτέον ότι εκεί περίπου που είναι σήμερα το Καρνάγιο, παρεμβάλλονται οι «σωροί» (οι σχηματισμένοι από τις λάσπες, τις οποίες εναπόθεταν τα μηχανήματα που καθάριζαν-εκβάθυναν τον Δίαυλο), οι οποίοι χωρίζουν τον Αβλέμονα από τον Δίαυλο και εμπόδιζαν τη διέλευση των μονόξυλων (ΦΩΤΟ 1, αριθ. 4 και 9). Για να περνάνε τα μονόξυλα λοιπόν, στο σημείο αυτό είχαν «κόψει» λίγο τους «σωρούς» αλλά και πάλι η διέλευση φορτωμένων μονόξυλων δεν ήταν δυνατή, δεδομένου ότι το βάθος του νερού, στο σημείο του κοψίματος, ήταν ελάχιστο – μόλις λίγα εκατοστά. Κατέβαζαν λοιπόν τους επιβάτες, έσερναν με τα χέρια το μονόξυλο, το περνούσαν πάνω από τον οιονεί «ισθμό», το κρατούσαν με τα χέρια, το ξαναφόρτωναν και συνέχιζαν ως την παραλία της Λευκάδας.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 αυτή η «γραμμή» έπνεε πλέον τα λοίσθια όχι μόνο γιατί ο ανταγωνισμός με το αυτοκίνητο ήταν άνισος αλλά και γιατί ο Δήμος Λευκάδας και οι μισθωτές του ιβαριού του Αβλέμονα τούς «κυνήγησαν» δικαστικά και πέτυχαν την παύση της επαγγελματικής δραστηριότητας αυτών των φτωχών μεροκαματιάρηδων ως επιβλαβούς για την αναπαραγωγή των ψαριών του ιβαριού. Αλλά γι’ αυτή την ενδιαφέρουσα (και ξεχασμένη ιστορία) θα μιλήσουμε μια άλλη φορά.

4 ΦΩΤΟ: Στην ακτή αυτή άραζαν τα μονόξυλα της Περατιάς. Η φωτογραφία αποτυπώνει την εικόνα της περιοχής κατά τον Μεσοπόλεμο. Στο βάθος (αριθ. 1) οι αλυκές της πόλης της Λευκάδας ή «Παλιές Αλυκές», των οποίων η λειτουργία σταμάτησε το 1948. Στο βόρειο μέρος του οικοδομικού συγκροτήματος (αριθ. 2) στεγάστηκε για δεκαετίες το Λιμεναρχείο Λευκάδας. Το νότιο τμήμα του το καταλαμβάνει το μισογκρεμισμένο σήμερα σπίτι του ζωγράφου Θεόδωρου Στάμου. Στη ΝΑ γωνία του, στο ισόγειο, στεγαζόταν το καφενείο του Κομεντινού, όπου σύχναζαν οι μονοξυλιάρηδες και οι επιβάτες τους ώσπου να φτάσει η ώρα της αναχώρησης (ΦΩΤΟ Κ. ΜΙΤΣΙΑΝΗ 1931 ή 1932-Δημοσιεύτηκε στο «ΑΡΩΜΑ ΛΕΥΚΑΔΑΣ»).

Η δεύτερη γραμμή, που εξυπηρετούσε μόνο την Πλαγιά, ήταν η γραμμή Παλιοχαλιά-Λευκάδας και την έκανε η «βενζίνα» του «Γιώτα του Βεζύρη», που ήταν ένα μικρό σκάφος μηχανοκίνητο, όπως δηλώνει και το όνομά της. Πριν όμως από τη «βενζίνα» (ίσως και για ένα μικρό διάστημα παραλλήλως) την επικοινωνία Παλιοχαλιά-Καρυωτών την έκανε ο «μπάρμπα Αλέξης ο Βεζύρης» (πατέρας του «Γιώτα», κατά πάσα πιθανότητα), που έμενε στη νησίδα «Αλέξανδρος» με το πριάρι του (1+5 ΦΩΤΟ). Οι Πλαγιώτες, που ήθελαν να περάσουν απέναντι στους Καρυώτες, τον φώναζαν από τον κοντινό λοφίσκο του Παλιοχαλιά, ο οποίος βρίσκεται απέναντι σχεδόν και λίγο βορειότερα από τη νησίδα «Αλέξανδρος», προφυλάσσεται από ένα μικρό οχυρό και επί του οποίου είναι κτισμένος ο μικρός ναός του Αγίου Γεωργίου. (ΦΩΤΟ 1+6α+6β+6γ).

5 ΦΩΤΟ: Το σπίτι μέσα στη νησίδα «Αλέξανδρος», στο οποίο έμενε ο «μπάρμπα Αλέξης ο Βεζύρης» με το πριάρι του (Φωτογραφία Σπύρου Κοντοπρία- 7.7.2017) .

Η «βενζίνα του Γιώτα» ήταν μεγαλύτερη και γρηγορότερη από τα «μονόξυλα» της Περατιάς. Επί πλέον είχε και ένα μικρό αμπάρι, που προφύλασσε τους επιβάτες από τη βροχή κατά τις χειμωνιάτικες μέρες. Οι Πλαγιώτες ξεκινούσαν από το παλιό χωριό και περπατούσαν τρία με τέσσερα χιλιόμετρα ώσπου να φτάσουν στον Παλιοχαλιά, απ’ όπου ξεκινούσε η «βενζίνα. Τον δρόμο αυτό τον έκαναν με τα γαϊδουράκια τους ή και με τα άλογά τους. Τα «μακροσκοίναγαν» στο μικρό δασύλλιο του λοφίσκου του Παλιοχαλιά, για να βοσκάνε όσο αυτοί να επιστρέψουν. Αυτά θα φορτώνονταν τα ψώνια που θα έφερναν τα αφεντικά τους από την πόλη. Αυτόν τον δρόμο τον έκανα με τους γονείς μου αρκετές φορές, τότε που ήμουνα παιδάκι, και σας βεβαιώνω ότι ήταν μια κουραστική διαδρομή στην ανηφόρα για την Πλαγιά και μέσα στο καταμεσήμερο του καλοκαιριού.

6α ΦΩΤΟ. Η δυτική πλευρά του λόφου του Παλιοχαλιά, επί της οποίας βρισκόταν ο μικρός υποτυπώδης μόλος (Φωτογραφία Δημήτρη Σπ. Τσερέ- 2013).
6β ΦΩΤΟ: ο υποτυπώδης «Μόλος» του Παλιοχαλιά, όπως έχει καταντήσει μετά την χρόνια απραξία του: Εδώ επιβιβάζονταν και αποβιβάζονταν οι επιβάτες της «βενζίνας», που έκανε τη συγκοινωνία Πλαγιά-Λευκάδα (Φωτογραφία Δημήτρη Σπ. Τσερέ – 2013).
6γ ΦΩΤΟ: Η ΒΑ γωνία του μικρού οχυρού του Παλιοχαλιά (Φωτογραφία Δημήτρη Σπ. Τσερέ – 2013).

Η «βενζίνα» ακολουθούσε τον Δίαυλο και άραζε στον μόλο της Αγίας Κάρας με τις άλλες βενζίνες και συγκεκριμένα στην ανατολική του πλευρά, μπροστά στο μικρό μπακάλικο του Νιόνιου Σκιαδαρέση, εκεί περίπου που σήμερα είναι σήμερα το καφέ Mikel (7 ΦΩΤΟ).

7 ΦΩΤΟ: Ο μόλος της Αγίας Κάρας: Εδώ άραζαν οι «βενζίνες», που έκαναν τη θαλάσσια συγκοινωνία με την πόλη της Λευκάδας. Σήμερα το πλάτος του δρόμου έχει τουλάχιστον διπλασιαστεί εξ αιτίας των παρεμβάσεων που έγιναν την τελευταία τριαντακονταετία και ιδίως μετά τον μεγάλο σεισμό του 2003 (Αχρονολόγητη αλλά σίγουρα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Δημοσιεύτηκε στο «ΑΡΩΜΑ ΛΕΥΚΑΔΑΣ»).

Να πληροφορήσουμε στο σημείο αυτό ότι στον μόλο της Αγίας Κάρας άραζαν τα προπολεμικά χρόνια τα ιστιοφόρα καΐκια, που εκτελούσαν τη θαλάσσια συγκοινωνία της Χώρας με το Μεγανήσι, τον Κάλαμο, τον Καστό, το Νυδρί, το Βλυχό, τη Βασιλική, τη Ζαβέρδα και το Μύτικα. Αυτά τα ιστιοφόρα σύντομα αντικαταστάθηκαν από τις πετρελαιοκίνητες «βενζίνες», μία από τις οποίες ήταν η «βενζίνα του Γιώτα».

Θυμόμαστε το μεγάλο μπούγιο εκεί κατά τις δύο το μεσημέρι, οπότε γινόταν ο απόπλους του μικρού «στόλου». Ο μόλος την ώρα αυτή μεταμορφωνόταν σε ένα απέραντο μελισσολόι. Από τα σοκάκια ξεπρόβαλλαν οι επιβάτες με τα ψώνια τους, φορτωμένα μέσα σε μεγάλα υφαντένια σακούλια, και κατευθύνονταν προς τη βενζίνα του ο καθένας. Συνωστισμός. Μια πολύχρωμη οχλοβοή σερνόταν σ’ όλο τον μόλο. Χαιρετισμοί, κλάματα, παραγγελίες, παράπονα, υποσχέσεις – κι όλα αυτά από ανθρώπους που τους χώριζαν αποστάσεις το ανώτερο περί τα είκοσι χιλιόμετρα! Κατά τη δεκαετία του 1970 ήρθε η ώρα οι μεν βενζίνες να αποσυρθούν σταδιακά στο μουσείο της Ιστορίας oι δε «βενζινάδες» να πάρουν άδειες λεωφορείου!

8 ΦΩΤΟ: Το μικρό φρούριο «Φορτίνο» ή «Κωνσταντίνος» (μπροστά στο Καλλιγόνι), δυτικά του οποίου άρχιζε η αρχαία γέφυρα, που ένωνε τη Λευκάδα με την Ακαρνανία (Φωτογραφία Σπύρου Κοντοπρία 7.7.2017).

Υ.Γ.: Ετοιμάζομαι να κλείσω το γραπτό μου. Τελευταία επισκόπηση: Σωστά ρίξαμε όλο το βάρος στη «θάλασσα που συνδέει». Το «χωρίζει» είναι το αυτονόητο – αυτή είναι η δουλειά της από καταβολής κόσμου. Κι εκεί ακριβώς που πατάω save (22.3.2020, ώρα 6η απογευματινή) αρχίζει το διάγγελμα του πρωθυπουργού για την απαγόρευση των μετακινήσεων λόγω του κορωνοϊού. Κι όπως ακούω, αυτό με πάει βίαια, και δεν ξέρω με πόσα λογικά άλματα, στο «χωρίζει» (προφανώς, λέω, γιατί «χωρίζει» και «καραντίνα» είναι ομοιούσια).

Στο «χωρίζει» μιας εποχής που οι έννοιες του χρόνου, της απόστασης, της μετακίνησης, της δημόσιας περίθαλψης διαφέρουν αιώνες από τις αντίστοιχες σημερινές. Στην εποχή που αυτή η θαλάσσια λωρίδα ήταν ένα μεγάλο εμπόδιο στους συγχωριανούς μου, που δεν είχαν καμιά μα καμιά εξοικείωση με τη θάλασσα, ένα εμπόδιο που τους χώριζε από τον «αναπτυγμένο κόσμο»· σ’ ένα «χωρίζει» λοιπόν, που δεν είναι καθόλου αυτονόητο, σ’ ένα «χωρίζει» που τρομάζει. Στη μνήμη μου εισβάλλουν απότομα παλιές διηγήσεις, αραγμένες για δεκαετίες στον βυθό της, για ανθρώπους που το αγωνιώδες ταξίδι τους για τη σωτηρία σταμάτησε εδώ, στο «χωρίζει» αυτών εδώ των ξεχασμένων μόλων. Για τον δεκαοχτάχρονο Θωμά, που το παλιό πιστόλι, που πάλευε να το καθαρίσει, εκπυρσοκρότησε και το βόλι τού σφηνώθηκε στην κοιλιά· τον μάζεψαν, τον κουβάλησαν με πρόχειρο φορείο στην πλάτη ως τον Παλιοχαλιά για να τον πάνε στη Λευκάδα στον γιατρό·

φώναζαν με αγωνία τον βαρκάρη, ο βαρκάρης όμως έλειπε εκείνη την ώρα, η αγωνία των γονιών και των συγγενών στο κατακόρυφο, το βόγγισμα του λαβωμένου παλικαριού όλο και χαμήλωνε, «τα μάτια του λίγο λίγο βασίλευαν» μού έλεγε η εικοσάχρονη τότε μάνα μου που τον παράστεκε θαρραλέα, ώσπου σταμάτησαν να σαλεύουν κι έμειναν ακίνητα με τελευταία εντυπωμένη εικόνα τον μικρό μόλο.

Για τον άλλον έφηβο, τον Νίκο, που κι αυτουνού το χρονικό του θανάτου είναι σχεδόν μια αντιγραφή του προηγούμενου. Και ακόμα αυτό που κρατούσε ως τώρα η συλλογική μνήμη για τον πνιγμό- ανήμερα Μεγάλο Σάββατο και σε χρόνους που δεν μπορώ να τους εντοπίσω αλλά μάλλον στον Μεσοπόλεμο- έξι ανθρώπων, πέντε Πλαγιωτών και του βαρκάρη. Φύσηξε άγρια στον Αβλέμονα, οι πέντε Πλαγιώτες, άμαθοι με τη θάλασσα, δεν υπάκουσαν στις οδηγίες του βαρκάρη, με τις άγαρμπες κινήσεις τους ανάτρεψαν τη βάρκα, το βάθος δεν ήταν μεγάλο, κάπου ενάμισι μέτρο, η βάρκα είχε γυρίσει ανάποδα, «αφήστε με, θα σας γλιτώσω, πιαστείτε μόνο από τη βάρκα» φώναζε απεγνωσμένα ο βαρκάρης, ο πανικός δεν έχει αυτιά, έπεσαν πάνω του, πνίγηκαν όλοι μαζί – στην Πλαγιά τους περίμεναν να φέρουν τα ψώνια για την Ανάσταση.

Από το ενώνει στο χωρίζει. Και από το χωρίζει στα ατομικά και συλλογικά άλγη. Είναι πολλοί και μαυλιστικοί οι δρόμοι της Ιστορίας.

Για τις παραπομπές πατήστε ΕΔΩ

The post Πλαγιώτικα σημειώματα: Η θάλασσα που χωρίζει και ενώνει appeared first on aromalefkadas – Ενημερωτική ιστοσελίδα της Λευκάδας.

Πηγή: Aromalefkadas.gr


Δώνος Προμηθευτική Άμεση εξυπηρέτηση

Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.