Ο Βασίλης Λανές θυμάται όλα τα ματς, και ειδικά αυτό που μάρκαρε τον Σαμπόνις

Ο Μίλωνας, το κολέγιο στις ΗΠΑ, η ΑΕΚ του Τσόσιτς και του Ψωμιάδη, ο πλειστηριασμός με Ολυμπιακό, ο Σαμπόνις και ο Μπέρι, η Ελληνίδα μάνα και η οικογένεια. Ο Βασίλης Λανές ξεφυλλίζει (κυριολεκτικά) το άλμπουμ της ζωής του.

Φωτογραφίες ξεχασμένες σε κάποια γωνιά του σπιτιού. Ξεθωριασμένες οι περισσότερες, άλλες ασπρόμαυρες κι άλλες έγχρωμες. Φωτογραφίες 25 και 30 χρόνων που περικλείουν μια κυκλική διαδρομή ζωής. Μια διαδρομή που έχει τη Νέα Φιλαδέλφεια στο κέντρο της και περιμετρικά ενώνει τη Νέα Σμύρνη, τη Δάφνη και τη Νίκαια, μπασκετικές γειτονιές της Αττικής, με το Όσναμπρικ της Γερμανίας και την ισπανική Μαγιόρκα.

Ανοίγοντας το κουτί των αναμνήσεών του ο Βασίλης Λανές άρχισε ν’ αναπολεί. Η ατμόσφαιρα της κουβέντας απαιτούσε τζάκι και ζεστή σοκολάτα. Είχε καναπέ και κρύο καφέ. Κάθε γουλιά και μια νέα ‘βουτιά’ στη θάλασσα του μυαλού του.

Δεν ήταν παιδί της Αθήνας, έγινε όμως. “Στη Θεσσαλονίκη γεννήθηκα εγώ, γιατί ο πατέρας μου ήταν αστυνομικός και υπηρετούσε εκεί. Ήρθαμε στην Αθήνα το ’78 και πιάσαμε σπίτι στο Παλαιό Φάληρο“, άρχισε τη διήγησή του. Όμορες γειτονιές με τη Νέα Σμύρνη, η εγγραφή στον τοπικό Μίλωνα ήταν μια συμβατή λύση για ν’ ασχοληθεί με το μπάσκετ.

Σε μια εποχή, βέβαια, που η απάντηση που έδινε ο ήρωάς μας στο ‘τι κάνεις;’ ήταν “βάζω μια μπάλα σ’ ένα καλάθι”.

Ο ίδιος ήξερε πως όλο αυτό ήταν κάτι περισσότερο και ως ανήσυχο πνεύμα συμπέρανε πως στον Μίλωνα είχε αγγίξει το ταβάνι του. Είχε χορτάσει. “Για τη Β’ Εθνική και την Α2 ήμουν ένας πολύ καλός παίκτης, αλλά τότε ήμασταν εραστές του αθλήματος και ήθελα να παίξω καλύτερο μπάσκετ. Δεν ήταν τα χρήματα ο λόγος που ήθελα να φύγω“, θα μας πει.

Προτού μαζέψει βαλίτσες και φύγει για το Αμέρικα. “Όταν δεν μ’ έδωσε με μεταγραφή ο Μίλωνας απογοητεύτηκα και αποφάσισα ν’ αποδεχθώ την υποτροφία από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είχα από διάφορα πανεπιστήμια κι επέλεξα το Κονέκτικατ“. Ο δεύτερος Έλληνας μετά τον Παναγιώτη Φασούλα που έπαιξε στο κολεγιακό πρωτάθλημα. Από ένα καπρίτσιο, διότι “δεν ήθελαν να με αφήσουν, αν και τα ανταλλάγματα ήταν πάρα πολλά“, λίγο έλειψε ν’ αλλάξει όλη η ζωή του.

Ομολόγησε, άλλωστε, ότι “δεν θα γύριζα πίσω, δεν είχα τέτοιο σκοπό, αν δεν τύχαινε να τραυματιστώ“.

Το λόγο, αν δεν τον μαντεύεις, τον υποπτεύεσαι. “Ήμουν σ’ ένα κόσμο φανταστικό, ενώ η ομάδα μου μάλιστα είχε κατακτήσει κι έναν τίτλο (σ.σ των ομάδων που δεν έμπαιναν στην 64άδα)”. Ανεξάρτητα από το γεγονός πως ως ένας πιτσιρικάς 19 ετών, “δεν είναι εύκολο να φεύγεις. Με το μπάσκετ βέβαια είχα κάνει αρκετά ταξίδια, αλλά ήταν προσωρινά για μερικές ημέρες ή βδομάδες, μετά γυρίζαμε πίσω. Η απόφαση ν’ αλλάξεις ήπειρο ήταν δύσκολη, τη στιγμή που η κατάσταση δεν ήταν όπως σήμερα. Ούτε η χρονική απόσταση ήταν η ίδια ούτε η τεχνολογία υπήρχε για να βοηθήσει.

Στις ΗΠΑ είχε πάει πρώτη φορά σε ηλικία 16 ετών γιατί είχα βγει πρώτος σ’ ένα καμπ του Θοδωρή Ροδόπουλου στη Θεσσαλονίκη και το έπαθλο ήταν δύο εβδομάδες σε καλοκαιρινό καμπ. Αλλά από το τι θα συναντούσες πηγαίνοντας σ’ έναν άλλο κόσμο ως φοιτητής, γνωρίζοντας μεν τη γλώσσα αλλά όχι σε ακαδημαϊκό επίπεδο ήταν φοβερά δύσκολο. Ζορίστηκα πάρα πολύ. Το πρόγραμμα όμως με ‘αγκάλιασε’, όπως και όλοι στο κολέγιο. Έδωσα κι εγώ ό,τι το καλύτερο“.

Διαφορετικά δεν θα έφτιαχνε σχέσεις ζωής με τον κόουτς Τζιμ Καλχούν, μια από τις πολλές φυσιογνωμίες του κολεγιακού μπάσκετ. “Ήταν στο Κονέκτικατ από το 1986 ως το 2012. Έφυγε για λόγους υγείας και αφού επανήλθε, κάνει το χόμπι του σ’ ένα πανεπιστήμιο χαμηλής κατηγορίας, Έχω πολύ καλές σχέσεις μαζί του, τον είχα φιλοξενήσει“.

“Φιλέλλην;”, η απορία. “Ναι, αλλά όχι μόνο αυτός“, αποκρίθηκε μεμιάς. “Όλοι είναι. Τα πανεπιστήμια είναι χτισμένα σε ελληνικούς ρυθμούς αρχιτεκτονικής κι επειδή την έχω γυρίσει όλη τη χώρα λόγω του πανεπιστημίου δεν υπήρχε κάποιο που να μην έχει κάτι ελληνικό μέσα του, πέρα φυσικά από τα μαθήματα και τις αδελφότητες. Να ξέρετε ότι όταν λες ότι είσαι Έλληνας σε αντιμετωπίζουν με συμπάθεια. Ασχέτως αν πλέον μάς δυσφημούν. Είναι παροδικό πιστεύω γιατί ο Έλληνας προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του με τον καλύτερο τρόπο, να ‘επιβιώσει’ και να βγει“.

Συγκυριακά ή μη, την ευκαιρία να ζήσει ο Βασίλης Λανές δεν την ξόδεψε. “Αν με είχε παραχωρήσει ο Μίλωνας, δεν θα είχα ζήσει αυτήν την εμπειρία. Κατέληξε όμως να είναι συνειδητή επιλογή. Ήμουν αποφασισμένος γιατί δεν είχε κάτι άλλο να μου προσφέρει η ομάδα. Αντίθετα εγώ θα μπορούσα να προσφέρω πολλά. Χρήματα και παίκτες“.

 

Ούτε φυσικά τη μετάνιωσε, κόντρα στο ρεύμα της σημερινής εποχής. “Κατ’ εμέ τόσο ο Παπαπέτρου όσο και ο Μήτογλου έκαναν λάθος. Μπορεί να κέρδισαν 1-2 χρόνια επαγγελματικού συμβολαίου, αλλά μια παρουσία στο κολεγιακό δεν ξέρεις πού μπορεί να σε βγάλει. Αν έμεναν λίγο ακόμα, θα κέρδισαν πολλά όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και στο παιχνίδι τους. Οι απαιτήσεις των ομάδων εδώ είναι πολύ συγκεκριμένες και ο ανταγωνισμός πολύ μεγάλος. Στο κυνήγι του αποτελέσματος δεν δίνεται πάντα ο απαιτούμενος χρόνος σ’ αυτά τα παιδιά και οι ευκαιρίες ανεξάρτητα αν παίζεις πολύ ή λίγο θα ήταν περισσότερες. Έχει μεγαλύτερη απήχηση από το ΝΒΑ, μην ξεχνάμε. Είναι πιο κοντά στο θεατή, μπορεί να το καταλάβει και να το κριτικάρει. Το ΝΒΑ έχει ξεφύγει πλέον. Όλα τα σημερινά παιδιά, βέβαια, έχουν άλλους ανθρώπους για να τους συμβουλεύουν και να τους κατευθύνουν“.

Επανέλαβε ότι “εγώ, υπό τις ίδιες τις συνθήκες, δεν ξέρω, αν θα γυρνούσα“. Γύρισε όμως. “Μετά τον τραυματισμό που ανέφερα νωρίτερα μπήκα σ’ ένα πολύ μεγάλο δίλημμα πως αν μου τύχει ξανά κάτι ανάλογο, θα τελείωνε η καριέρα μου λίγο άδοξα. Ήταν τότε που εισέβαλαν στη ζωή του η ΑΕΚ και ο Ολυμπιακός διεκδικώντας και δελεάζοντας έναν 20χρονο ψηλό.

Εγώ για καλοκαιρινές διακοπές είχα έρθει εδώ. Έγινε όμως ένας ‘πλειστηριασμός’ μεταξύ των δύο, τον οποίο δεν επεδίωξα, αφού ούτε κάποιον να με εκπροσωπεί είχα, ούτε ατζέντηδες υπήρχαν. Επειδή ωστόσο η προσφορά έφτασε σε πολύ υψηλά επίπεδα με παρότρυναν οι γονείς μου να μείνω πίσω

Υπέγραψε συμβόλαιο με την Ένωση το καλοκαίρι του 1988. Ευλογία αναμφίβολα, γιατί συνυπήρχε με σπουδαίες προσωπικότητες του χώρου, έκανε αδελφικούς φίλους και κουμπάρο τον Χρήστο Κουντουράκη. Μέχρι που τον τοίχο του γραφείο του στο Δήμο που εργάζεται κοσμεί πλέον το πόστερ της κινηματογραφικής ταινίας ‘1968’ του Τάσου Μπουλμέτη. Είναι το έτος γεννήσεώς του, είναι η χρονιά που η ΑΕΚ στέφθηκε Κυπελλούχος Ευρώπης. Ταυτόχρονα ήταν και κατάρα μαζί γιατί έζησε την άλλη πλευρά του φεγγαριού. Την πιο σκοτεινή.

Η ΑΕΚ που έζησε

Τα χρόνια του στη Νέα Φιλαδέλφεια σχεδόν σουρεαλιστικά.

Οπαδός της ΑΕΚ δεν ήμουν, ούτε καμιάς άλλης ομάδας. Όμως η αγκαλιά του κόσμου η ατμόσφαιρα και η παρέα μ’ έκαναν ΑΕΚ.

Εκείνα τα χρόνια η ΑΕΚ διέθετε πολύ μεγάλους παίκτες. Όχι όμως διοίκηση. Το προτέρημα να έχει μια σωστή διαχείριση και να εμπλουτίσει τους Έλληνες με ξένους Τότε τη διαφορά την έκαναν οι δύο ξένοι που είχες δικαίωμα να φέρεις. Ξένοι πανάκριβοι, καμία σχέση με τα ψίχουλα που που ακούω πως παίρνουν σήμερα. Είναι η μέρα με τη νύχτα. Τότε 200 χιλιάρικα έδινε στον Αμερικανό η ομάδα που πάλευε να μην πέσει. Ήταν εποχή παχιών αγελάδων.

Ο Μάκης Ψωμιάδης είχε κάνει ένα μεγάλο καλό. Με τους προέδρους ποτέ δεν ήμουν κοντά γιατί πρέπει να έχεις μια απόσταση. Είχε όμως φέρει παίκτες που άλλος δεν θα έφερνε ποτέ εκείνη την εποχή. Έφερε τον Τσόσιτς για προπονητή, έφερε τον Βρέινς, τον καλύτερο ξένο που είχε έρθει ποτέ στην Ελλάδα, Νο5 στα ντραφτ, μέχρι να έρθει Γουίλκινς.

 

Ταυτόχρονα όμως (ο Ψωμιάδης) έκανε κι ένα μεγάλο κακό. Έφυγε. Τον Γενάρη μείναμε ξεκρέμαστοι και απλήρωτοι, με αποτέλεσμα η ομάδα να διαλυθεί και να παλεύει να μην πέσει.

Όταν σού φεύγουν οι ξένοι στη μέση της σεζόν και μια ομάδα βάλλεται οικονομικά, δεν υποστηρίζεται από κανένα, είναι απροστάτευτη. Παρόλα αυτά οι Έλληνες που είχαμε απομείνει προσπαθούσαμε με κατάθεση ψυχής. Παίζαμε για τη φανέλα και ο κόσμος μάς αγαπούσε πολύ.

Μέχρι και δίσκο έβγαζαν στην κερκίδα του ‘Μόσχος’ για να μαζέψουν χρήματα και να πληρωθούμε

Υπό αυτές όλες τις συνθήκες εμείς την κρατήσαμε την ομάδα. όσο πιο ψηλά γινόταν. Η θέση της ΑΕΚ ήταν πάντα αξιοπρεπής, από τέταρτη ως έκτη. Μην ξεχνάμε πως παίξαμε τελικό κυπέλλου με τον Άρη, κάναμε και πολύ μεγάλες νίκες. Όλα αυτά μας ένωσαν. Παραμένουμε πάρα πολύ φίλοι όλοι μας, έχουμε φάει μ’ όλους ψωμί κι αλάτι.

Μετά προέκυψε βιοποριστικό πρόβλημα, για μας ήταν ένα επάγγελμα το μπάσκετ. Με πόνο ψυχής φύγαμε γιατί είχαμε γίνει όλοι ΑΕΚτσήδες Γιατί δεν γινόταν να μην είσαι ΑΕΚτσής με αυτό το κλίμα στο γήπεδο. Αν δεν ήσουν, γινόσουν. Παραμένουμε φίλοι, ακόμη και παιδιά που πήγαν αλλού. Οι φιλίες μας παραμένουν ίδιες και αδιάρρηκτες όσο χρόνια κι αν έχουν περάσει, ακόμη κι αν έχουμε καιρό να τα πούμε“. Οι τελευταίοι των Μοϊκανών, όπως είχαν βαπτιστεί ένα χρόνο πριν οι παίκτης της Ένωσης από την πένα του Φαίδωνα Κωνσταντουδάκη – οι τελευταίοι ήρωες της ‘κιτρινόμαυρης’ φυλής.

Τίποτα απ’ όλα τα παραπάνω δεν θ’ άλλαζε, αν ο χρόνος γυρνούσε με κάποιο τρόπο πίσω. “Χρωστάω πολλά στην ΑΕΚ και δεν μετανιώνω για τίποτα. Είναι ανεπανάληπτες οι εμπειρίες που ζεις, ικανοποιείς δε την επιθυμία να παίξεις μια μεγάλη ομάδα, είσαι αναγνωρίσιμος. Το κέρδος δεν είναι μόνο το οικονομικό“, υπογραμμίζει. Γιατί πέρα από τις σχέσεις ζωής που έφτιαξε γνώρισε προσωπικότητες του χώρου που σ’ άλλη ομάδα δεν θα είχε την τύχη.

Ο Τσόσιτς μνημονεύεται 30 χρόνια μετά

Η συζήτηση μάς κατευθύνει στον Κρέσιμιρ Τσόσιτς και το όνομά του πέφτει στο τραπέζι. Μια ‘ιερή’ φυσιογνωμία του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ, του ενιαίου. Που για παιδιά της γενιάς του Ζάρκο Πάσπαλι ήταν ίνδαλμα. “Ο Τσόσιτς ήταν πρώτα δάσκαλος και μετά προπονητής. Ήταν πολύ μπροστά, τουλάχιστον για την Ελλάδα, κι αυτά που έλεγε πριν από 20-30 χρόνια ισχύουν και εφαρμόζονται τώρα.

Πίστευε από τότε πως δεν υπάρχουν θέσεις, ότι ο ψηλός σουτάρει τρίποντα, ότι όποιος έχει την μπάλα και την κατεβάζει είναι ένας δυνάμει πλέι μέικερ. Ήταν αδιανόητες ιδέες για τη δική μου εποχή. Προσπαθούσε αυτό να μας το περάσει, αλλά εμείς τόσο δεκτικοί δεν ήμασταν, ούτε έτοιμοι οι φίλαθλοι, οι έτεροι προπονητές και οι παράγοντες τόσο ώριμοι για να τις αποδεχθούν και να καταλάβουν τι εννοούσε και πώς μας χειριζόταν μέσα στο παιχνίδι.

Ήταν ένας πολύ μεγάλου βεληνεκούς άνθρωπος του μπάσκετ. Ως παίκτης ήταν κορυφαίος, αν ήθελε να παίξει στο ΝΒΑ θα έπαιζε εκεί (σ.σ είχε επιλεγεί δις στο draft από Μπλέιζερς και Λέικερς). Ήταν δική του απόφαση να μην πάει. Τον σέβονταν παντού. Του άρεσε να δουλεύει με νέα παιδιά, όλη αυτή η φουρνιά της Γιουγκοσλαβίας που έπαιξαν μπάσκετ ήταν δικά δημιουργήματα, παράγωγα της δικής του φιλοσοφίας. Ήταν τόσο μεγάλη προσωπικότητα που όταν έγινε ανεξάρτητο κράτος η Κροατία ήταν ο πρώτος πρεσβευτής στην Ουάσινγκτον και εκεί πέθανε“.

Μια τέτοια ολοκληρωμένη προσωπικότητα είχε τρωτά σημεία; “Μας αγαπούσε πάρα πολύ. Ωστόσο πολλές φορές δεν μπορούσε να κοντρολάρει τα νεύρα του. Σε τάιμ άουτ δεν πλησιάζαμε τον πάγκο γιατί ξέραμε γιατί θα μας τσιμπούσε, θα μας έσπρωχνε, θα μας φώναζε. Στον αγώνα πάντα, γιατί εκτός ήταν ‘άγιος’, ένας μειλίχιος άνθρωπος που μεταμορφωνόταν. Υπήρχαν στιγμές που μπορούσε να μας περάσει πράγματα και άλλες που δεν τον καταλαβαίναμε γιατί ήταν τσαντισμένος. Αν μπορούσε να τιθασεύσει τα νεύρα του, θα ήταν το τέλειο. Αλλά επειδή δεν υπάρχει το τέλειο για μας ήταν μεγάλη ευτυχία που τον είχαμε“.

Ο Τσόσιτς ήταν ο πατέρας των ‘κιτρινόμαυρων’. Αυστηρός, αλλά και δίκαιος ταυτόχρονα. Για τον Βασίλη Λανέ οι συμπαίκτες του ήταν -σχεδόν- αδέρφια. “Εγώ δεν είχα την τύχη να έχω αδερφό, κόρη έκαναν οι γονείς μου, και τα παιδιά ήταν κάτι παραπάνω από συμπαίκτες“, θα πει.

(eurokinissi)

Ήμασταν από τις ομάδες που μόνοι μας μαζευόμασταν να πάμε στο ξενοδοχείο, αν και δεν υπήρχαν πολλά που να μας δέχονται γιατί χρωστούσε η ομάδα Από μόνοι μας το κάναμε γιατί γουστάραμε να είμαστε όλοι μαζί. Ήμασταν οικογένεια. Ένας για όλους και όλοι για έναν. Ο ένας προστάτευε τον άλλον. Βγαίναμε τουλάχιστον 2-3 παρέα, διακοπές μαζί, είχαμε δεθεί“. Πού σύχναζαν; Μα στο Mercedes της Γλυφάδας. “Αυτό στην Πλατεία Εσπερίδων“, θα διευκρινίσει. “Ήταν το στέκι μας όταν δεν είχαμε αγώνα ή είχαμε κάνει κάποια μεγάλη νίκη. Ήμασταν μια παρέα και βγαίναμε όλοι μαζί“.

Όλοι ανεξαιρέτως, ακόμη κι αν στο ρόστερ συνυπήρχαν δύο σπουδαίοι ‘κοντοί’, ο Μηνάς Γκέκος και ο Κώστας Παταβούκας. “Όταν ήταν μαζί στο παρκέ εναλλάσσονταν στο ποιος κατέβαζε την μπάλα. Όταν ήταν ο Μηνάς, ήταν αυτός ο ηγέτης γιατί ανήκε περισσότερα χρόνια στην ομάδα και είχε την εμπειρία και την ικανότητα φυσικά είναι ο αρχηγός. Όταν έφυγε ο Μηνάς, βγήκε μπροστά ο Κώστας. Δεν είχαν ποτέ δημιουργηθεί θέματα μεταξύ τους, εξαιρετικές οι σχέσεις τους. Μια κουβέντα παραπάνω στην προπόνηση μπορεί να την πεις, αλλά όχι κάτι άλλο“.

Ο Βασίλης Λανές ήταν ένας δυναμικός πάουερ φόργουορντ και κατά συνθήκη σέντερ. Χρήσιμος και ωφέλιμος, άνθρωπος ειδικών αποστολών. Ο οποίος σ’ ένα βράδυ μπορούσε να κάνει τη διαφορά. Στο 112-111 της ΑΕΚ επί του ΠΑΟΚ στο κλειστό του Ιωνικού ΝΦ, για τη σεζόν 1988-89, μετά από τρεις παρατάσεις ήταν ένα εξ αυτών. Είχε 19 πόντους και 10 ριμπάουντ,  “Όλα τα παιχνίδια τα θυμάμαι“. Διότι, όπως προσθέτει “ο αθλητής που αγαπάει τη δουλειά του δεν ξεχνάει φάσεις και συναισθήματα“. Μόνο που αυτός ο αγώνας ήταν μνημειώδης. Έχει εξήγηση. “Είναι κάποια παιχνίδια. που γυρνούν γύρω από σένα. Σαν να μου λέγε ότι ‘εσύ θα το πάρεις, σήμερα είναι η βραδιά σου’. Κατέληξε να είναι μια εκπληκτική βραδιά γιατί έκοψα τον Πρέλεβιτς στο φινάλε κολλώντας την μπάλα στο ταμπλό“.

Η φάση υπάρχει. Όπως και η εύστοχη βολή του για το 106-106 της δεύτερης παράτασης σε νεκρό χρόνο. Αν είχε ευστοχήσει και στην πρώτη, όλα θα είχαν κριθεί νωρίτερα.

Για μένα οι βολές ήταν πάντα βάσανο. Οι βολές, για τους ψηλούς που είχαμε συνηθίσει να σκοράρουμε κοντά στο καλάθι, ήταν σε μια μέση απόσταση από τη στεφάνη, με αποτέλεσμα να μην έχεις την εξοικείωση, ούτε όμως και πολλές ευκαιρίες να σουτάρεις σ’ έναν αγώνα – οι γκαρντ σούταραν περισσότερες. Όλους τους ψηλούς τους ταλαιπωρούσαν“. Καταλήξαμε μάλιστα να συμφωνήσαμε πως τότε η 1+1 βολή ήταν ένας άδικος κανονισμός.  

Σ’ εκείνο το παιχνίδι είχε αντίπαλο τον Μάικ Τζόουνς. Σε κάποιες φάσεις και τον Παναγιώτη Φασούλα. Σπουδαίοι αμφότεροι. Παρόλα αυτά “ο Άρβιντας Σαμπόνις ήταν η πιο δύσκολη αποστολή μου, όταν αντιμετωπίσαμε τη Ζαλγκίρις. Δεν παιζόταν αυτός ο παίκτης“. Χωρίς να ξεχνάει πως “ο Μπάρλοου, ο Μπέρι και ο Τάρπλεϊ ήταν εξίσου δύσκολοι στο μαρκάρισμα“. “Όταν έχεις αντίπαλο έναν πιο γρήγορο, αλτικό και ευέλικτο παίκτη, δεν του δίνεις χώρο, τον έχεις από κοντά, τον σπρώχνεις“, η οδηγία του για μελλοντικές χρήσεις. Αν μπορείς, φυσικά – ο ίδιος μπορούσε.

Σ’ εκείνο το σημείο της κουβέντας θυμηθήκαμε πως ο Μάκης Ψωμιάδης ήθελε να φέρει τον Λιθουανό (Σοβιετικό τότε) σέντερ στην ΑΕΚ και ανταλλάξαμε χαμόγελα. “Είχαμε ακούσει για τον Σαμπόνις, όπως και τόσα άλλα. Ήμασταν όμως πολύ συνειδητοποιημένοι και κρατούσαμε μικρό καλάθι. Για να πάρουμε καλό ξένο μετά τον Βρέινς περάσαν 5 χρόνια. Ήμασταν στη μαύρη λίστα των μάνατζερς και της FIBA. Οι ξένοι μας ήταν για ομάδες που ήταν για να παλεύουν να σωθούν“.

Μετά την ΑΕΚ ακολούθησαν ο Ιωνικός Νικαίας, αφού “όταν τον Νοέμβριο έμεινα ελεύθερος με προσφυγή, είχαν κλείσει οι άλλες ομάδες“, η Δάφνη “που είχε καλούς παίκτες, αλλά δεν ξέφυγε από τη μετριότητα λόγω οικονομικών προβλημάτων“, η σημερινή Άρτλαντ Ντράγκονς (τότε Κουάκενμπρικ) και η Μαγιόρκα “στο κλειστό πρωτάθλημα των δύο κατηγοριών της Ισπανίας“.

Είχε φύγει από την Ελλάδα “για να πληρώνομαι, αφού ό,τι συμφωνούσες το έπαιρνες“. “Η Μαγιόρκα βέβαια ήταν σαν τη Ρόδο. Είχα δε κλειστό συμβόλαιο αλλά δεν αντέχαν πλέον τα πόδια μου. Πονούσα πολύ και ο γιατρός μού είχε πει ότι δεν έχει κάτι άλλο να φτιάξει“. 5 χειρουργεία, 2 στους χιαστούς, δεν τα λες λίγα.

 

Είχε φροντίσει ωστόσο για το μέλλον, σπουδάζοντας και τελειώνοντας στα ΤΕΦΑΑ. Πολιτισμικό το σοκ η μετάβαση από το Κονέκτικατ, όπου είχε διαλέξει τον κλάδο του sports marketing & management, στη Γυμναστική Ακαδημία. Παρόλα αυτά το πτυχίο αποδείχθηκε σοφή επιλογή. Από το μπάσκετ άλλωστε “το μόνο που έβγαλα ήταν ένα σπίτι και μια κανονική ζωή, έναν προγραμματισμό ως οικογενειάρχης. Ελάχιστοι έπαιρναν τότε καλά χρήματα“. Αντίθετα “επειδή είμαι επιμελής ως άνθρωπος ολοκλήρωσα τη σχολή και είναι κάτι που το βρίσκω ακόμα μπροστά μου γιατί το πτυχίο με βοήθησε πολύ επαγγελματικά μετά την καριέρα μου“. Μάλιστα συμβουλεύει τους αθλητές να μην αφήνουν τέτοιες ευκαιρίες να περάσουν, ακόμη κι αν χρειαστούν 7-8 χρόνια έως ότου ορκιστούν. “Μόνο έτσι θα έχουν απαιτήσεις από τη ζωή τους μετά, έχοντας κατά νου πως για έναν μέσο αθλητή που έπαιξε μπάσκετ ως τα 32 με 35 δεν θα φτάνουν για να ζήσει τα χρήματα που έβγαλε“.

Στο ιδανικό σενάριο μάλιστα θα ήθελε οι προπονητές να είναι κάτοχοι πτυχίων, αν όχι μεταπτυχιακών σπουδών όπως ισχύει στις ΗΠΑ. “Εξασφαλίζεται ένα επίπεδο μόρφωσης“, θα επισημάνει. Σε διαφορετική περίπτωση να έχουν παρακολουθήσει τουλάχιστον παιδαγωγικά μαθήματα, ιδίως σε όσους προπονητές ασχολούνται με μικρά παιδιά. “Το θεωρώ απαράβατο όρο” και εξήγησε πως “όσοι ασχολούνται με ψυχές, πρέπει να είναι παιδοτρίβες. Να τα εκπαιδεύει από τη μία και να τ’ απελευθερώνει από την άλλη. Ως μαθητής, αν πας για εξετάσεις αγχωμένος, έχεις λίγες πιθανότητες να πετύχεις. Τα τελευταία χρόνια κάτι γίνεται με τις υποδομές“.

 

Ο ίδιος υπήρξε αθλητής, είναι γυμναστής, ταυτόχρονα όμως και γονιός δύο παιδιών. “Έχω την τύχη και τα δύο παιδιά μου ν’ ασχολούνται με το μπάσκετ, άλλο λιγότερο άλλος περισσότερο. Μόνο και μόνο που φορούν σορτς και είναι στο γήπεδο με κάνει χαρούμενος. Το που θα φτάσουν δεν είναι ο σκοπός μας. Όλοι θέλουν να φτάσουν ψηλά. Το παν είναι να διδαχθούν μέσα από το μπάσκετ ότι πρέπει να συνεργάζεσαι, να παίρνεις αποφάσεις γρήγορα, ότι θα πρέπει να συνδιαλέγεσαι με κόσμο που αναγκάζεσαι για να προχωρήσεις, θα πρέπει να δουλεύεις με ένταση και δημιουργικό άγχος. Όλα αυτά θα σε βοηθήσουν και επαγγελματικά, ό,τι κι αν διαλέξεις μετά.

Ο γονιός αν πέσει στην παγίδα να δει τον εαυτό του στο παιδί προσπαθώντας αυτά που δεν κατάφερε αυτός, χάνει την ουσία. Μπορεί το παιδί να θέλει κάτι άλλο, δεν όλοι φτιαγμένοι για τα σπορ. Ο γονιός θα πρέπει να αποστασιοποιείται και να είναι απλώς ο ‘ταξιτζής’, αυτός που θα λέει δεν πειράζει, θα δίνει κάποιες συμβουλές όταν είναι ήρεμα τα πράγματα και δεν επεμβαίνει. Η ιστορία και η εμπειρία δείχνουν πως τα παιδιά προχωρούν όταν οι γονείς έχουν πάρα πολύ μικρό ρόλο σε αυτό. Οι γονείς των περισσότερων που παίζαμε τότε μπάσκετ δεν ήξεραν καν τι είναι αυτό. Πλέον όλοι έχουν γίνει ειδικοί, προπονητές“.

 

Όχι, σίγουρα, η μητέρα του Βασίλη Λανέ, κάτι που και ο ίδιος ‘κληρονόμησε’ μεγαλώνοντας. Ήταν δίπλα του σε κάθε βήμα του, στις υπογραφές με την ΑΕΚ, στο γήπεδο, “σίγουρα πιο εκδηλωτική από άλλες“, θα συμφωνήσει, αλλά παρεμβατική ποτέ. “Ήταν μια κλασική Ελληνίδα μάνα“.

Όπως (και) ο Βασίλης Λανές ήταν ο κλασικός Έλληνας ψηλός της εποχής του…

Photo credits: Contra.gr / Ειρήνη Προβίδα

Πηγή: Contra.gr


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.