Ο … αγγελοκρουσμένος ποιητής (Της Βιβέτ Τσαρλαμπά – Κακλαμάνη)

angelos sikelianos

Σαν σήμερα το 1884 γεννιέται ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός. Ο Α. Σικελιανός έδρασε μέσα από το ΕΑΜ Διανοουμένων – Καλλιτεχνών και για αυτή τη δράση του στη συνέχεια υπονομεύτηκε τρεις φορές στην υποψηφιότητά του για το βραβείο Νόμπελ. Διετέλεσε επίτιμος Πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Ο … αγγελοκρουσμένος ποιητής

Της Βιβέτ ΤΣΑΡΛΑΜΠΑ – ΚΑΚΛΑΜΑΝΗ

sikelianos_evaΟ Άγγελος και η Εύα Σικελιανού στις Φαιδριάδες (Δελφοί)

Το αγόρι που γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 14/3/1884 (παλιό ημερολόγιο) δεν ήταν συνηθισμένο παιδί. Έτσι πίστευε και ο ίδιος. Δηλαδή ο Άγγελος Σικελιανός.

«Το πρόσωπό μου εφύλαγεν/ η προσωπίδα η διάφανη,/ που η μάνα από την όψη μου/ αγάλι – αγάλι βγάνοντας,/ εχαμογέλα, αχνή, να με γνωρίσει (…)».

Η προσωπίδα -τμήμα του αμνιακού χιτώνα που σπανίως επικαλύπτει το κεφάλι του νεογέννητου- ερμηνεύεται από τη λαϊκή δοξασία ως προνομιακή εύνοια της φύσης. Ο πατέρας του παιδιού την αποξηραίνει και τη φοράει ως χαϊμαλί για να του φέρνει γούρι.

«Ακούστε με, ακούστε με! Αν ετρέμανε/ στην κούνια τα βυζασταρούδια/, εμένα με νανούρισαν/ των αντρειωμένων τα τραγούδια./ Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,/ στην μπόρα τη μαρτιάτικη/ που ΄χε τα ουράνια ανοίξει, εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της,/ τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!

Και κάπου, ωσά να γνώρισε/ βαρύ σημάδι απάνω μου,/ της χτύπησε βαθιά η καρδιά,/ και στις γυναίκες έκραξε,/ που με είχαν πρωτοπιάσει,/ στους δρόμους όξω να χυθούν,/ να με κηρύξουν στα βουνά/ και στη μεγάλη πλάση!

Μάνα, φωτιά με βύζαξες/ κι είν΄ η καρδιά μου αστέρι;»

(Αλαφροΐσκιωτος)

Αλλά οι γονείς του ήταν ξεχωριστοί! Ο καθηγητής ξένων γλωσσών Ιωάννης – Δημήτριος Σικελιανός (1831-1909) και η Χαρίκλεια Στεφανίτση (1847-1929), από σπουδαία γενιά και οι δύο, εκπρόσωποι της καλλιεργημένης επτανησιακής κοινωνίας του 19ου αιώνα. Τόπος καταγωγής του πατέρα, η Σικελία – απ΄ όπου και το όνομα «Siciliani», εξελίχθηκε σε Σικελιανός. Το πραγματικό επώνυμο της οικογένειας αποκαλύπτεται για πρώτη φορά εδώ: Ηταν «Gojji», γένος ευγενών της Σικελίας με οικόσημο και σπουδαία κοινωνική θέση. Και το όνομα αυτού: Άγγελος.

angelos_sikelianosΟ ποιητής σε νεαρή ηλικία

Μια επίμονη οικογενειακή παράδοση ήθελε το όνομα αυτό για τους γόνους των Σικελών. Ένας άλλος Αγγελος, ο αδελφός του, γεννήθηκε στις 19/1/1877 και πέθανε από διφθερίτιδα (2/1884), ένα μήνα πριν τη γέννηση του ποιητή.

Εξέχων πρόγονός του ήταν ο συνονόματός του, ο Άγγελος – Κάμιλλος Σικελιανός, αδελφός του πάππου του, του Αντωνίου και γιος του Μάρκου Σικελιανού και της Ελένης Σιγούρου, από τη Ζάκυνθο. Ήταν λαμπρός πολιτικός και λόγιος, σεβαστός φίλος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, με τον οποίο αλληλογραφούσαν στα 1847-1848, όταν ο τελευταίος, φοιτητής ακόμη, διέμενε στην Πίζα της Ιταλίας. Τα κείμενα αυτά εξέδωσε ο Οκτάβ Μερλιέ με τον τίτλο: «Quinje lettres grangaisaises de Valaoritis» («Δεκαπέντε γράμματα στα γαλλικά του Βαλαωρίτη», Αθήνα, 1956).

Το όνομα Άγγελος δεν εξέλιπε μετά το θάνατο του ποιητή. Ο γιος του Γλαύκου, του μοναχόπαιδου του ποιητή και της Εύας, ονομάζεται Άγγελος – Μάρκος – επίσης οικογενειακό όνομα των Σικελιανών το τελευταίο. Ο 10χρονος εγγονός του Γλαύκου από την κόρη του, τη Τζίνα, ονομάζεται Dylan – Άγγελος, ενώ δύο απόγονοι με το επώνυμο Σικελιανός φέρουν επίσης το όνομα Άγγελος.

Δε γνωρίζουμε αν και στον ποιητή δόθηκαν και άλλα ονόματα, όπως συνηθιζόταν παλαιότερα στις αρχοντικές επτανησιακές οικογένειες. Οι ληξιαρχικές πράξεις γέννησης και βάπτισής του δεν εντοπίστηκαν στο Ληξιαρχείο της Λευκάδας.

2_angelos_sikelianos

Ο συμβολισμός του ονόματός του έκαναν τον ποιητή πολύ περήφανο. Το θεωρούσε ως το μελωδικότερο όνομα της ελληνικής γλώσσας – δωρικό, λόγω του φθόγγου γγ και ιωνικό με τον μελίρρυτο ήχο λάμδα. Αλλά η συνάρτηση του παραπάνω νοήματος και της προσωπικής του ακτινοβολίας εντυπωσίαζε και τους ομοτέχνους του. «Μέγα ταγό Δελφικό, Αρχάγγελο Άγγελο Σικελιανό που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα», «Ικαρός», 1980), ενώ ο Γιάννης Ρίτσος αναφωνεί δοξαστικά: «Άγγελε, Αρχάγγελε, ο αρχάγγελος του λόγου σου περιίπταται/ μέσα στον κατάφωρο ελληνικόν αγέρα (…) Άγγελε, Αρχάγγελε, στον ανεμόφερτον οίστρον σου πώς κλάγγιζαν/ έρωτες, θάλασσες, βουνά, λιοντάρια, πλάτανοι κι αστέρια (…) Άγγελε Αλαφροΐσκιωτε, που όλους τους ίσκιους κρυπτικά αποκρυπτογράφησες! (…) Γεια σου, λοιπόν, Άγγελε, Αρχάγγελε του Λαού!» («Συντροφικά τραγούδια» «Σύγχρονη Εποχή», 1982). «Σικελιανός, ο Εξάγγελος», τιτλοφορείται το βιβλίο που εμπνεύστηκε από αυτόν ο Μενέλαος Λουντέμης («Δωρικός», 1976). «Αγγελού», τον αποκαλεί χαϊδευτικά η Εύα από την Αμερική στα ατελείωτα χρόνια του αποχωρισμού τους, ενώ εκείνος, σε γράμμα του στα 1929-1930, της γράφει για τον εαυτό του: «Ο Άγγελος είναι ανεβασμένος σε μια κορυφή και ατενίζει ολόγυρα, έτοιμος να πετάξει…». Σε πρωτοεφηβικό του ποίημα που παρουσίασα στο βιβλίο μου «Άγγελου Σικελιανού, Ανέκδοτα Ποιήματα και Πεζά», «Εστία», 1989), παίζει με το όνομά του:

«Για να κοιμούμαι ήσυχα/ δε θέλω εγώ να βλέπω/ αγγέλους εις τον ύπνο μου/ όπου τα μάτια αν τρέπω./ Το μόνο που παρακαλώ/ για ψυχική γαλήνη,/ είναι, προτού να κοιμηθώ,/ να με φιλεί εκείνη./ Αυτό, αν θέλεις, ω θεε,/ για με, με σπλάχνο κάμε/ και χωρίς αγγέλους,/ εγώ Αρχάγγελος θε να ΄μαι!».

Στην περιήγησή του στο Άγιον Ορος με τον Νίκο Καζαντζάκη, στις 18/12/1914, στη Μονή Βατοπεδίου, εντυπωσιάζεται από «τους μακρόλαιμους αγγέλους του Πανσελήνου που το κεφάλι τους βυθίζουν σαν τον κύκνο στης ευτυχίας το κρουσταλλένιο ρέμα». Σκιτσάρει και ένα σχέδιο εκφραστικότατο με το παραπάνω εκείμενο, που τύπωσε σε κάρτα η Άννα Σικελιανού.

Χρησιμοποιεί με αγαλλίαση στο έργο του σπάνιους όρους: Αγγελοκρούω (τρομάζω, πονάω), αγγελοκρούομαι (ψυχομαχώ), αγγελοκρουσμός (μεγάλος τρόμος), αγγελοκρουσμένος (τρομαγμένος), αγγελομαχώ (ψυχομαχώ), αρχαγγελικό διάσκελο (διασκελισμός του Αρχάγγελου) κ.ά.

Το άσμα ΙΙ στο «Μήτηρ Θεού» (1917) αρχίζει ως εξής: «Άγγελε, στο κατώφλι σου/ την ώρα που δε θάρρεις,/άνεμος φύσαγε γλυκός πολύ, ψυχοπονιάρης».

Τότε η παρέα της Δεξαμενής -Έλλη Αλεξίου, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μάρκος Αυγέρης- παρώδησε το δεύτερο στίχο ως εξής: «Αμερικάνα πέζεψε, γυναίκα να την πάρεις!..». Αναφερόταν, φυσικά, στην Εύα Πάλμερ. Αλλά και αλλού, απαντάται το βαπτιστικό του όνομα. Στον «Υμνο στον Εωσφόρο το Αστρο» παραθέτει με αγαλλίαση το διάλογό του με την Αλκμήνη:

«Άνθος του ανδρισμού μου, Αλκμήνη,/ (…) ω, κοίτα είμαστε μόνοι/ στον κόσμο, ως οι πρωτόπλαστοι (…) / – «Αγγελε, γλύκα του είναι μο υ»αποκρίθη/ «αν ήταν μόνο σήμερα η καρδιά μου/ να πει για σένα, πες της πως εκρίθη…» (…). Και τότ΄ εγώ της είπα: -«Ω Τιτανίδα/ ο ναός κ΄ η φύση είναι μονάχα δώρα/ του Ανθρώπου που “χε κάποτε γι΄ ασπίδα/ (…) του πόθου του τη φλόγα τη θεο-θεοφόρα,/ του Εωσφόρου τ΄ ανίκητον αστέρι!»».

Εξαίσια υποβλητικότητα αποπνέει και ο νοερός διάλογος του ποιητή στον «Ελληνικό Νεκρόδειπνο»:

«(…) Αλλ΄ όταν ανοίχτη ομπρός μας το κρασί το μαύρο/ που φίλος επιστήθιος το ΄χε φέρει/ για μένα, αδρό γιατ΄ ήταν κι΄ ευωδούσε/ σαν του Διονύσου το χυμένον αίμα,/ γυρίζοντας εκείνος προς εμένα/ τρανό ποτήρι ξέχειλο, με το ίδιο/ καλώντας με όνομά μου: -«Αγγελε», μου ΄πε,/ «αν τώρα θες, δώσε φωνή στη νύχτα…» Και τότ΄ εγώ: -«Στη νύχτα τούτη, φίλε,/ ζητάς φωνή να δώσω (…) απ΄ το κρασί που το ΄φερες για μένα/ (…) ας μεταλάβουμε όλοι (…) Κι όσο για τα νέα,/ τα φλογερά που θέλατε τραγούδια/ ν΄ ακούστε από τα χείλη μου, θα ΄ρτούνε/ στην ώρα τους κι αυτά…». Ετσ΄ είπα κι όλοι, (…) / απ΄ το κρασί γευτήκανε κι απ΄ όλους/ στερνός, σαν ο ιερέας που καταλύει/ το δισκοπότηρο μες στ΄ Αδυτο, ήπια/ κι εγώ ως την ύστερη τη στάλα (…)».

«Στη «Ζωή της Χαράς», ο Άγγελος θάναι πάντα παραστάτης της!» μου γράφει ο Σικελιανός, αφιερώνοντάς μου το βιβλίο της Μαρίας Λιουδάκι «Στου Παππού τα γόνατα» ( 7/5/1949). Και στις 31/6/1949, σε γράμμα του από τη Σαλαμίνα, ανάμεσα στ΄ άλλα, μου γράφει και τα εξής:

«Γλυκειά Vivette,

Ο Άγγελος, που την άνοιξη που πέρασε Σούγραψε πως θάναι ο παντοτινός Σου παραστάτης, ίσως τώρα νομίζεις πως Σε ξέχασε… Είναι στη Σαλαμίνα (…) το νησάκι είναι μακρά και μοιάζει νάναι ώρες, ώρες, σαν μια φυλακή χτισμένη ανάμεσα στα κύματα… Θε να του δώσει κάποτε ο Θεός τη χάρη να του ξαναβάλει τα φτερά του; Είναι στιγμές που το πιστεύει, όχι γιατί τον λένε Άγγελο μόνο, αλλά γιατί η καρδιά του ξεπερνά τις αποστάσεις… Αχ, να γινόταν γλυκειά Vivette, αυτό το θαύμα, και καμιά ώρα που θα βρισκόσουν στον κήπο, ξαφνικά από πάνουθέ Σου να αισθανθείς τη βουή κάποιων φτερών, που θα με κατεβάζανε ανάμεσα στα δέντρα και θα μ΄ έφερναν σιμά Σου… Πώς το θέλει ο Άγγελος αυτό το πέταγμα για Σε και τη Ρενούλα μας! (…) Και λέω, που αν είχα τα φτερά, δε θα περνούσα μόνο για να Σας δω, μα θα Σας έκανα και αέρα για να δροσιστείτε… Εσύ, γλυκειά Vivette, πώς είσαι; Να ελπίσω πως θ΄ αποφασίσεις να μου γράψεις δυο Σου λόγια; Ξέρεις πως και τα φτερά θέλουνε κάποιο πότισμα για να φυτρώσουν; Τέτοιο πότισμα θα μού ΄ναι τα λογάκια Σου (…). Μένω πάντα με τη μυστικήν ελπίδα να ξανάβρω τα φτερά μου και νάθρω. Άγγελος». (Από το βιβλίο μου «Αγγελου Σικελιανού, Ανέκδοτα Ποιήματα και Γράμματα»).

Στις 6/11/1949, τρεις Λευκαδίτες φοιτητές του απευθύνουν ευχές για την εορτή του με μίαν αγκαλιά κυκλάμινα, που τα είχε υμνήσει εκείνος στο Φθινόπωρο 1936:

«Αγαπητέ Ποιητή,

Θα θέλαμε οι κυκλαμιές να σου θυμίσουν το μικρό λουλούδι, «το πρώτο κυκλάμινο που βρήκες, παιδί, μια μέρα στη Λευκάδα, μέσα στην κουφάλα της γέρικης ελιάς του σπιτιού σου», το λουλουδάκι που με το λεπτό του μοσχοβόλημα χάρισε στην ψυχή σου πλουσιότατα και απολλώνεια δώρα – «την πρώτη γνωριμιά του Αγραφου Χώρου!» Μα είτε το πετύχουν – είτε όχι, όμως πρέπει να σε βεβαιώσουμε πως κι εμείς κι οι πιο πολλοί συμπατριώτες σου Λευκαδίτες, έχουμε χαρίσει σε σένα και το έργο σου την εκλεκτότερη θέση της καρδιάς και του μυαλού μας και ζούμε με την ελπίδα κάποιων καλύτερων καιρών που θα μας επιτρέψουν μια θερμή, πλατιά και γόνιμη γνωριμιά μαζί σου! Με βαθιά εκτίμηση»: Πάνος Σάντας, Πανταζής Κοντομίχης, Νίκος Κατηφόρης, φοιτητές από τη Λευκάδα.

Και ο καλός του φίλος, ο σκηνοθέτης Σωκράτης Καραντινός, του εύχεται με την ευκαιρία της εορτής των Αρχαγγέλλων Μιχαήλ και Γαβριήλ: «Να ζήσεις σαν τα ψηλά βουνά, για μας, τη φτωχολογιά, και για την Ελλάδα μας!».

Όμως ο ποιητής δε γιόρταζε στις 8 Νοεμβρίου, αλλά την ημέρα του Αγίου Πνεύματος. Τότε εορτάζει παλλαϊκά στη γενέτειρά του, τη Λευκάδα, το περίφημο Μοναστήρι της «Πεφανερωμένης», της Παναγίας, όπου από μικρό παιδί συμμετείχε στον πανηγυρισμό και στο προσκύνημα.

Φέτος, στις 19/6, συνέπεσε η ημερομηνία του θανάτου του και της ονομαστικής του εορτής. Μια μικρή διερεύνηση, μας επιτρέπει κάποια σημειολογική σύνδεση της ονομαστικής εορτής του και γεγονότων του βίου του. Ο κατ΄ εξοχήν ποιητής των συμβόλων είχε αναγάγει την εορτή του Αγίου Πνεύματος σε ημέρα ιδιαίτερου συμβολισμού: Ακριβώς την ημέρα της ονομαστικής του εορτής (18/6/1940) επέλεξε για το γάμο του με την Άννα, στο Τελεστήριο της Ελευσίνας. Στις 25/6/1938, πέρασε την ονομαστική του εορτή στο Πήλιο, από όπου έγραψε στον αδελφικό του φίλο Τάκη Δημόπουλο:

«Μην ένας θρύλος θεϊκός του λαού, οπού τον έμαθα εδώ πάνω, δε μας λέει ότι τ΄ αηδόνια που γεμίζουνε με το τραγούδι τους τις γύραθέ μου λαγκαδιές, στην εορτή του Αγίου Πνεύματος φεύγουν κι αυτά, αφήνοντας και το τραγούδι τους ακόμα, για να βυθιστούν με τη σιωπή μέσα στου ίδιου αυτού Αγίου Πνεύματος τη μυστική παντοφωνήτρα φλόγα! (…) Μα εκεί που σταματάνε να φυτρώνουν τα λουλούδια, αρχινάν ν΄ ανθούν αυτούσια τ΄ άστρα, κι εκεί που σωπαίν΄ η ανθρώπινη φωνή ή τα τραγούδια του αηδονιού, βροντάει κ΄ αστράφτει αυτήκοος πλέον, κι όχι μέσα από κατηγορίες ιστορικές κι΄ εφήμερες, ο «Λόγος». Από τον Λόγον αυτόν ήρθα να πιω, κι αν ο θεός το θέλει, κι αν είμαι άξιος, από τον αυτήκοο αυτό Λόγο να ποτίσω και τη γη!».

Στις 18/6/1949, ο Σικελιανός μίλησε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών με θέμα: «Ιουδαϊσμός και Ελληνισμός (το μάθημα του Ρενέ Μαρδοχαίου Γκουασταλλά)», με πρόσκληση των Ροζέ Μιλλιέξ και Οκτάβ Μερλιέ.

Το 1950, την ημέρα του Αγίου Πνεύματος, ο ποιητής έπλεξε το εγκώμιο του Μερλιέ και της σπουδαίας γυναίκας του, Μέλπως Λογοθέτη, σε εκδήλωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Αναθυμήθηκε την επίσκεψή του στο Πήλιο (άνοιξη 1938) και τη σιωπή των αηδονιών. Ο κηπουρός του, ο κυρ Αντώνης, του εξήγησε: «Σήμερα είναι του Αγίου Πνεύματος! Όλα τα αηδόνια από τον πρώτον όρθρο, φύγανε για πιο ψηλά». Αργότερα, όσους άλλους ρώτησα, συμπληρώνει ο ποιητής, μου δώσανε την ίδια απάντηση: Τ΄ αηδόνια είχανε πια πετάξει σε μιαν άλλη, πιο ψηλή περιοχή. Την περιοχή του πνεύματος. Του αγίου πνεύματος. Γι” αυτό και δεν ακούονταν πια. Έτσι λοιπόν, διερωτώμουνα, τ΄ αηδόνια είχανε κάνει κιόλας τη μετάσταση από την Ποίηση προς την Προσευχή, όπως το αισθανόταν και το ζητούσε εδώ και λίγα χρόνια από τους ποιητές ο άββε Bremond; (…) Για μένα η σιωπή αυτή των αηδονιών ήταν μια υψηλή ενέργεια, μια προέκταση διαλεκτική σ” ένα σκαλί υψηλότερης ενέργειας».

Ο Σικελιανός έμελλε να ζήσει την τελευταία του ονομαστική εορτή (18/6/1951), στην Παμμακάριστο, στο θάλαμο Θ` «των Θλιβομένων η «Χαρά»». Η αδελφή – νοσοκόμα του απολογιέται: «Ηθελε να τον φωνάζουμε με το μικρό του όνομα».

«Χρυσή μου, ο Θεός μου έβαλε Άγγελο. Παρακαλώ την Παναγιά μας, όταν πεθάνω, Άγγελο κοντά της να με βάλει». Εκείνες τις ύστατες στιγμές, η Παναγία η Φανερωμένη της Λευκάδας, η Δήμητρα και η Αλκμήνη -η αιώνια Μάνα- συμπλέκονταν στα άδυτα της ψυχής του…

Την άλλη μέρα, στις οκτώ το βράδυ, το καλλικέλαδο αηδόνι έκανε «τη μετάστασή του σε μιαν άλλη, πιο ψηλή περιοχή, από την Ποίηση προς την Προσευχή», κατά πώς το θέλει «ο θεϊκός θρύλος του Λαού» για τους πεφιλημένους του!..

(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης», Φύλλο της Κυριακής 16 Ιουλίου 2000).

Πηγή: Kolivas.de


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.