«Οταν γνώρισα τον Παζολίνι, έγινε κάτι σαν θαύμα»

«Ο Παζολίνι αισθανόταν ματαιωμένος. Κυνηγήθηκε. Πολεμήθηκε. Εβλεπε ότι η ζωή γύρω του κυλούσε αντίθετα με όσα πίστευε και έλπιζε. Καταλάβαινε ότι δεν γινόταν αποδεκτός, γιατί ίσως δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να τον καταλάβουν. Τον θεωρούσαν τρελό, αλλά αυτός συνέχιζε τον δρόμο του.

Ηρεμα. Μέσα στην καλοσύνη, την ειλικρίνεια και την ευγένεια. Γιατί, όσο απόλυτος και παθιασμένος κι αν ήταν στις απόψεις του, τόσο γλυκός και ευγενικός ήταν προς όλους, ακόμα και τους εχθρούς του. Αυτούς που σχεδόν σε κάθε ταινία του, από το “Ακατόνε” και το “Κατά Ματθαίον” μέχρι το “Μάμα Ρόμα” και το “Δεκαήμερο”, τον έστελναν στα δικαστήρια. Ακόμα και η Εκκλησία. Τριάντα εφτά φορές βρέθηκε κατηγορούμενος και τριάντα εφτά φορές αθωώθηκε. Με ρωτάνε σήμερα παντού στον κόσμο, που γυρίζω προβάλλοντας το έργο του, νέοι, κυρίως άνθρωποι, φοιτητές, πώς ήταν δυνατόν να μην αναγνωρίστηκε ο Πιερ Πάολο στην εποχή του, και δεν ξέρω τι να πω».

Αυτός ο χείμαρρος αγάπης και γνώσης για τον Πιερ Πάολο Παζολίνι βγαίνει από έναν γλυκό, εκφραστικό, λαϊκό, θα ‘λεγε κανείς ώριμο άνδρα, με άσπρα μαλλιά και πρόσωπο σχεδόν παιδικό. Που δεν έβγαλε καν τα αθλητικά του παπούτσια και δεν έβαλε γραβάτα για να μιλήσει, ως κεντρικό πρόσωπο, χθες το μεσημέρι, σε μια συνάντηση με τον ελληνικό Τύπο, που είχε οργανωθεί στην πολυτελή ιταλική Πρεσβεία. Δίπλα του ο πρέσβης Λουίτζι Μάρας κρέμεται, όπως όλοι μας, από τα χείλη του.

Πρόκειται για τον Νινέτο Ντάβολι, 70 xρόνων σήμερα, ηθοποιό – φετίχ (αλλά και μεγάλο έρωτα) του Πιερ Πάολο Παζολίνι, που ήρθε στην Αθήνα για να προσθέσει τη λάμψη του, τις ιστορίες και τις αναλύσεις του στο μεγάλο αφιέρωμα στον Ιταλό σκηνοθέτη, που ξεκίνησε στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας την Τετάρτη με την πιο χαρακτηριστική, ίσως, δικιά του εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη και μια από τις καλύτερες ταινίες του Παζολίνι: «Ορνια και πουλάκια», 1966, ο Νινέτο -όλοι έτσι απλά τον λένε-, 17-18 χρόνων, είναι ένας αστείος, αθώος, αφοπλιστικός, αλλά και ξύπνιος έφηβος, που τριγυρνάει με τον μεγάλο κωμικό Τοτό, σταρ της εποχής, την Ιταλία και ξεδιπλώνει τις παζολινικές εμμονές.

Οι δύο άνδρες, ο τολμηρός σκηνοθέτης και το χαρισματικό λαϊκό αγόρι, είχαν συναντηθεί ελάχιστα χρόνια νωρίτερα. «Τυχαία», λέει ο Ντάβολι. Ηταν μαθητής ακόμα του Γυμνασίου, αλλά συγχρόνως δούλευε, γιατί «προερχόταν από μια ταπεινή, φτωχή οικογένεια». Ενώ γυρνούσε με την παρέα του στα περίχωρα της Ρώμης, είδαν ξαφνικά κόσμο μαζεμένο και έτρεξαν προς τα εκεί. Ηταν κινηματογραφικό γύρισμα. Ο Παζολίνι γυρνούσε την ταινία του «La Ricota» (Το τυρί).

Ο αδελφός του Ντάβολι δούλευε στα σκηνικά, σύστησε τον 15χρονο στον Παζολίνι και… Αυτό ήταν. «Μου χάιδεψε τις μπούκλες μου, ένιωθα φοβερά αμήχανος, αλλά, ναι, κάτι συνέβη τότε μεταξύ μας που δεν μπορώ να το εξηγήσω με λέξεις. Εμένα με συνεπήρε το γλυκό και γεμάτο ειλικρίνεια χαμόγελό του. Ενιωσα να πλημμυρίζω σιγουριά και ασφάλεια. Τι είδε αυτός σε μένα; Δεν ξέρω, ίσως ένα νεαρό αγόρι γεμάτο αθωότητα και αφέλεια, αλλά και πονηριά. Αυτό που ξέρω είναι ότι έγινε κάτι σαν θαύμα».

Αυτό το εντελώς παζολινικό «θαύμα» τον έφερε γρήγορα, κι ας αντιστεκόταν, κι ας φοβόταν, κι ας ντρεπόταν, στο σινεμά, πρώτα σε ρολάκια χωρίς λόγια, μετά σε κεντρική θέση στην καρδιά και το έργο του Πιερ Πάολο. «Στην αρχή το διασκέδαζα, μετά σιγά σιγά άρχισα να καταλαβαίνω, να εκτιμώ την τύχη μου, βρέθηκα από τον δικό μου απλό, φτωχικό κόσμο, σε έναν τελείως διαφορετικό, με ανθρώπους προνομιούχους και ευγενικούς. Ηταν μια σπουδαία περιπέτεια, που ακόμα ευγνωμονώ», λέει.

Μια άλλου είδους, πιο ιντελεκτουέλ περιπέτεια έχει μοιραστεί με τον Παζολίνι ο δεύτερος Ιταλός προσκεκλημένος της Ταινιοθήκης. Αυτός φοράει παπιγιόν, έχει περιποιημένο μουσάκι και μιλάει για «σημειολογία, γλωσσολογία, ανθρωπολογία».

Επιμένει: «να διαβάζετε και τα γραπτά του Παζολίνι, μη μένετε μόνο στις ταινίες του». Λέει ότι διαφωνούσε μαζί του, όταν θεωρούσε ότι η γλώσσα του κινηματογράφου του ήταν η γλώσσα της πραγματικότητας, αλλά δεν τολμούσε να του αντισταθεί, να του πει ότι, όπως λέει και ο Ουμπέρτο Εκο, η γλώσσα του σινεμά είναι μια άλλη, νέα γλώσσα από μόνη της. Ο ευγενικός αυτός διανοούμενος, ο φωτογράφος Ρομπέρτο Βίλα, έφερε στην Αθήνα την εντυπωσιακή έκθεση «Η Ανατολή του Pier Paolo Pasolini», φωτογραφικά τεκμήρια από τα γυρίσματα της ταινίας «Χίλιες και μια νύχτες» (1974).

Κι αυτός τυχαία γνώρισε τον Παζολίνι στο Μιλάνο, σε ένα συνέδριο όπου προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την επέλαση των διαφημίσεων που έμπαιναν και κομμάτιαζαν το σώμα της ταινίας. Ο σκηνοθέτης εκτίμησε τις απόψεις του, ένιωθε τότε και πολύ στριμωγμένος, όλο το σύστημα, πολιτικό και κρατικό, του είχε κηρύξει πόλεμο κι αυτός τον ανταπέδιδε, και τον κάλεσε στη Μέση Ανατολή, στα γυρίσματα του «Χίλιες και μια νύχτες».

Εχει και ο Ρομπέρτο Βίλα πολλές ιστορίες να πει. Κυρίως για να συμφωνήσει με τον Ντάβολι ότι ο μαρξιστής και ομοφυλόφιλος Παζολίνι, ο φόβος και ο τρόμος του κατεστημένου, δεν είχε μέσα του ίχνος οργής. «Ούτε να ανεβάσει τον τόνο της φωνής του δεν μπορούσε. Ούτε μια κακιά, άσχημη λέξη να πει».

Τι θα έλεγε σήμερα, άραγε, ο Παζολίνι για την Ιταλία; Ευγενική η ερώτηση, πώς να αναφέρεις Μπέπε Γκρίλο και Σαλβίνι μέσα στην Πρεσβεία.Σίγουρη η απάντηση του Νινέτο Ντάβολι: «Ο Παζολίνι ήταν προφήτης. Πολέμησε τον καταναλωτισμό, που τον θεωρούσε καταστροφή της κοινωνίας. “Μας κάνει ρομπότ”, έλεγε, “κάποτε οι άνθρωποι ξεχώριζαν, τώρα είμαστε όλοι ίδιοι”. Πίστευε ότι μία ήταν η λύση για να πάρει τέλος αυτή η φρενιασμένη πορεία. Να γυρίσουμε στα παλιά, καλά, απλά πράγματα, στο μηδέν. Να αρχίσουμε πάλι να καλλιεργούμε τη γη μας».

Ιnfo: Το αφιέρωμα στην Ταινιοθήκη συνεχίζεται έως τις 20 Σεπτεμβρίου. Η έκθεση φωτογραφίας έως τις 27.

Έντυπη έκδοση

 

Πηγή: Efsyn.gr


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.