Δώνος Προμηθευτική Άμεση εξυπηρέτηση

«Νεκρός»» ο Βαλαωρίτης για να ακούσει τα μοναδικά Λευκαδίτικα μοιρολόγια…

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

(Απόσπασμα απ’ το υπό έκδοση βιβλίο μου με τίτλο: ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΑ ΛΑΪΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ)

    Αυτή η ενότητα του Λευκαδίτικου μοιρολογιού, σαν μια μορφή θρηνώδους Λαϊκού Τραγουδιού,  όχι απλά μας συγκινεί, λόγω ακριβώς του συναισθηματικού φορτίου που κουβαλά, αλλά συγχρόνως, μας εντυπωσιάζει το γεγονός, πως στο μικρό σχετικά νησί μας έχει αναπτυχθεί τόσο πολύ αυτή η μορφή του Λαϊκού Τραγουδιού, η οποία, μάλιστα ποικίλει από χωριό σε χωριό, πάνω στα χνάρια της παραλλαγής και του αυτοσχεδιασμού… Είναι το ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ το γνησιότερο και αυθεντικότερο, αλλά και το πιο αμόλευτο, θα λέγαμε, κομμάτι της ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ, που δεν κουβαλά προσμίξεις από άλλη Ελληνική γη, αλλά μια αυθύπαρκτη εσώτερη Λευκαδίτικη αγωνία για την ζωή που χάνεται, η οποία μετατρέπεται σε φωνή, σε τραγούδι, σε θρήνο, σε συγκίνηση και όλα τούτα τα ελεγειακά συναισθήματα σαν μια διαρκής σύνδεση και αναφορά θανάτου και ζωής…

    Και οι δύο μεγάλοι Λευκαδίτες ποιητές, οι ογκόλιθοι των Ελληνικών Γραμμάτων και ο Άγγελος Σικελιανός και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, νοιώθουν την εσώτερη ανάγκη να ζήσουν και να ταυτιστούν με αυτά τα Λευκαδίτικα μοιρολόγια…  Ο Άγγελος Σικελιανός στον ΑΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟ επιχειρεί μια αντίθετη μετάβαση, έναν λυρικό επανανθρωπισμό, θα λέγαμε, με το πέρασμα  απ’ τον θάνατο στην ζωή… Ο δε Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο οποίος τόσο πολύ έχει  ταυτιστεί και στα ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ του, αλλά και στα ποιήματά του για τον θάνατο προσφιλών του προσώπων, πληγωμένος και ο ίδιος, κυρίως, απ’ τα θανατικά των παιδιών του, αλλά και γνωρίζοντας αυτόν τον μοναδικό, τελικά, ελεγειακό πλούτο των Λευκαδίτικων μοιρολογιών, θα θελήσει ο ίδιος βιωματικά να τα νοιώσει στο είναι του να τα φιλτράρει στην ψυχή του… Έτσι, ο ίδιος  αφηγείται, υποδύθηκε τον <<νεκρό>>, κάλεσε δυο γνωστές του Λευκαδίτισσες μοιρολογίστρες και <<πέρασε>> τις πύλες του Ταινάρου… 

{… Κλεισμένος μέσα στο γραφείο μου – γράφει στο πρώτο του από τη Λευκάδα γράμμα, 12 Μαγιού στα 1859 – κάθομαι ανάμεσ’ από δυο περίφημες μοιρολογίστρες, τη θειά Λάμπρω και τη θειά Σοφία, και γράφω όσα τραγούδια είναι συνηθισμένες να λένε εις τους πεθαμένους. Βλέπω οπού η κοινωνία μας κάθε μέρα εξευγενίζεται και με τον εξευγενισμό της σαρώνει όλα όσα οι πατέρες μας μας άφηκαν και τα πετά και τα καταφρονεί, και δεν τα καταδέχεται, κι εστοχάστηκα να κάμω το δυνατό μου, να γλυτώσω ότι μπορέσω από τον εξευγενισμό, όπου καταντά να είναι καταποντισμός. Έκραξα λοιπόν αυτές τις δύο μοιρολογίστρες και αφού έταξα λαγούς και πετραχήλια, ω του θαύματος! Τις είδα πρώτα να αχνίσουνε, ύστερα να κοκινίσουνε. Έρριξαν τες πλεξούδες τους εις την τραχηλιά τους. Ο ανασασμός τους έγινε συχνότερος και βροχή τα δάκρυα έρρεαν από τα βλέφαρά τους. Επιάστηκαν ύστερα με τα χέρια και άρχισαν το νεκρικό τραγούδι, το οποίο κάθε λίγο και το συντρόφευαν με βαρειούς στεναγμούς και με παράπονα. Εγώ έκαμα το μέρος του πεθαμένου και έστεκα προσεχτικός και έγραφα στίχους, μα την αλήθεια ωραιότατους και οπού ήθελε φέρουνε τιμή και δόξα εις το μεγαλήτερο ποιητή…}

    Η έρευνά μας και το ταξίδι  στα ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΛΑΪΚΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ εστίασε και στο Λευκαδίτικο Μοιρολόγι, σαν μια μορφή ελεγειακού τραγουδιού και ομολογουμένως εντυπωσιαστήκαμε απ’ τον αριθμό, το περιεχόμενο και την ποιητική ποιότητα αυτών των Μοιρολογιών, που κάλλιστα μπορούμε να συγκρίνομε σε όγκο και ποιότητα με τα περίφημα στη χώρα Μανιάτικα Μοιρολόγια…. Ο πατριάρχης της Λευκαδίτικης λαογραφίας, ο Πανταζής Κοντομίχης καταγράφει από όλα τα χωριά του νησιού εκατόν δεκατέσσερα μοιρολόγια!!! Ο πρωτοψάλτης της Μητρόπολης Αθηνών, ο Σπύρος Περιστέρης, το 1966 στην πλατεία της Καρυάς ηχογράφησε τριανταοκτώ Λευκαδίτικα τραγούδια και μεταξύ αυτών ήταν  και έξι Μοιρολόγια, τα οποία τραγούδησαν οι τότε εβδομηντάχρονες Καρσάνες Σπυριδούλα Κατωπόδη, Γεωργία Σταύρακα, Μαρία Ζαβιτσάνου, Χριστίνα Αραβανή. 

  Το δικό μας ανωτέρω πόνημα φέρνει στο φως και καταγράφει οκτώ  Σφακισάνικα μοιρολόγια. Τα διέσωσε ο πολυγραφότατος Σφακισάνος   Φίλιππος Λάζαρης, ο γνωστός σαν  Γραμματέας στους Σφακιώτες, στην εφημερίδα που εξέδιδε την δεκαετία του 1960 με τίτλο  Η ΓΩΝΙΑ ΜΑΣ και τα οποία μοιρολόγια  περιέλαβε το 1976, η φιλόλογος σύζυγός μου Ουρανία Λάζαρη – Γεωργάκη και τα κατέθεσε, σαν λαογραφική της εργασία, στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Μέσα σε αυτά τα θρηνώδη ελεγειακά τραγούδια, τα μοιρολόγια, τα οποία ενίοτε διαφοροποιούνταν και προσαρμόζονταν ανάλογα με τον εκλιπόντα, περιγράφεται ολόκληρο το διάβα της ζωής του, μα κυρίως διάχυτο είναι  το στοιχείο του πόνου και της αγάπης προς το φώς και την ζωή, που ξεπηδά, τι οξύμωρο αλήθεια, μέσα απ’ τα χαλάσματα του θανάτου και της απόγνωσης… Προσωπικά είχα μεν την τραυματική εμπειρία να τα ακούσω και στους προσφιλείς μου γονείς, από μια υπέροχη μοιρολογίστρα του Πινακοχωρίου, την Λούλα Γεωργάκη (Γιωργοθώμου), ενενήντα χρονών σήμερα, όμως,  ήταν  μια εμπειρία ζωής…

ΜΑΥΡΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ

Γιατί είναι μαύρα τα βουνά γιατί είναι ανταριασμένα.  Μην άνεμος τα πολεμεί μήνα βροχή τα δέρνει.  Ούτ’ άνεμος τα πολεμά ούτε βροχή τα δέρνει, παρά περνάει ο χάροντας με τους αποθαμένους.  Φέρνει τους νιούς απ’ τα μαλλιά τους γέρους απ’ τα γένια και τα μικρά – μικρά παιδιά στη σέλα κρεμασμένα. Παρακαλούν οι γέροντες κι οι νέοι γονατίζουν. Χάρε για διάβα από χωριό κάτσε σε κρύα βρύση, να πιούν οι γέροντες νερό κι οι νιοί να κάμουν βόλτα και τα μικρά – μικρά παιδιά να μάσουνε λουλούδια. Αν σας διαβώ από χωριό κι αν  μπώ  σε κρύα βρύση έρχονται οι μάνες για νερό γνωρίζουν τα παιδιά τους, γνωρίζονται τ’ αντρόγυνα και γυρισμό δεν έχουν.

ΚΑΛΗΜΕΡΑΤΕ

Καλή σου μέρα μαύρη γης,  με νιές με παλληκάρια.  Μα  τι καλό έχει η μαύρη γης και την καλημεράτε; Που ξεχωρίζει αντρόγυνα, που ξεχωρίζει αδέλφια, που ξεχωρίζει μάνες και  παιδιά.  Σαν άλλο δεν εζήλεψα δω  στον απάνω κόσμο,  νάναι τ’ αντρόγυνα μαζί, να περπατούν αντάμα. Γυναίκες νάχουν τσ’ άνδρες τους, μανάδες τα παιδιά τους και οι αδερφές τ’ αδέρφια τους. Τ’ αδέρφια είναι λεβεντιά και τα παιδιά καμάρι κι  οι  άντρες οι καλοί είναι σκέπασ’ μεγάλη.

ΔΕΝ ΜΑΤΑΡΧΟΜΑΙ

Για κλάψτε με κοπέλλες μου, για κλάψτε με γλυκά – γλυκά τώρα πούμαι μπροστά σας και πίσω δεν ματάρχομαι,  στην πόρτα σας δεν μπαίνω.  Γιατί θα πάω στη μαύρη γης στ’αραχνιασμένο χώμα. Ραχνιάζουν  μανάδων τα παιδιά και των αδερφιών τ’ αδέρφια.  Ραχνιάζει τους άντρες τους καλούς τους μικρο- φαμελίτες, ραχνιάζει δασκάλους και γιατρούς, ραχνιάζει τσ’ αξιωματικούς ραχνιάζει  αεροπόρους. Τα νιάτα χώμα γίνανε και η λεβεντιά χορτάρι.

ΚΑΛΟΤΥΧΑ ΒΟΥΝΑ

Καλότυχα είναι τα βουνά καλότυχοι  οι κάμποι,  ποτέ δεν αρρωσταίνουνε χάρο δεν περιμένουν, παρ’ περιμένουν άνοιξη κι όμορφο καλοκαίρι, να πρασινίσουν τα βουνά να λουλουδίσουν  κάμποι. Ο χάρος καβαλίκεψε και ζώνει  τ’ άρματα του και παίρνει δίπλα τα βουνά κι αντίπερα τους κάμπους και πόβρει τρείς παίρνει τους δυο και πόβρει δυο τον ένα και πόβρει και μονογενή τον ξεριζώνει τέλεια. Και μια μαννούλα έκλαψε και μια μαννούλα κλαίει. Χάρε μου θα σε καταραστώ και πάλε σε φοβάμαι, από ψηλά να γκρεμιστείς και χαμηλά να πέσεις,  σαν το γυαλί να ραγιστής,  σαν το κερί να λιώσεις.  Μου πήρες το παιδάκι μου που άλλο παιδί δεν έχω.  Χάρε μου δεν σου πόνεσε για τα γραμμένα νειάτα,   χάρε γιατί δεν τ’ άφηνες να ζήσει λίγα χρόνια.  Ήτανε νιός κι αχάριτος, δεν χάρηκε τη νιότη

ΞΟΔΙΑ

Εδώ σε τούτη την ξοδιά, σ’ ετούτο δω τον Δίσκο, όλες καημό – καημό χωμε, όλες καημό κρατούμε.  Οι χήρες απ’ τους άντρες τους, μάννες απ’ τα παιδιά τους και οι καημένες αδερφές απ’ τα γλυκά τ’ αδέρφια.  Και κλάψετε να κλάψωμε, θλιβήτε να θλιβούμε, να μαζευτούν τα δάκρυα,  να σύρουνε ποτάμι. Και το ποτάμι ναν μακρύ,  να πάει στο κάτω κόσμο, να γίνει βρύση δροσερή, βρύση μαλαματένια, να πάν οι νιές για το νερό κι οι νιοί για νιές να δούνε.

ΣΑΝ ΑΛΛΟ ΔΕΝ ΕΖΗΛΕΨΑ

Σαν άλλο δεν εζήλεψα δω στον απάνω κόσμο Τρομάρα μου, τρομάρα μου, δώ στον απάνω κόσμο,  τον ήλιο και την ξαστεριά και τ’ άργυρό φεγγάρι, ζήλεψα μάννες με παιδιά και αδερφές μ’ αδέρφια. Τ’ αδέρφια είναι λεβεντιά και τα παιδιά καμάρι κι οι άντρες στις γυναίκες τους είναι φουμιά μεγάλη. Τι να σου στείλω μαύρη γης, τι να σου παραγγείλω, με τον καλόνε προγιαστό τι δώρο να σου στείλω. Να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκέται να στείλω μοσκοστάφυλο κι εκείνο ξερατιέται. Να στείλω γιέ μου φορεσιά να τοιμαστείς και νάρτεις,  νάρτεις παιδί μου τη Λαμπρή  για να χαρούμ’ αντάμα, Τι να το κάμω μάννα μου το μήλο να το στείλης κι αυτό το μοσκοστάφυλο και το γλυκό κυδώνι. Μαννούλα μου τη φορεσιά  θέλω να μου την στείλεις.

ΚΑΗΜΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ

Εψές, προψές επέρασα απ’ το νεκροταφείο κι άκουσα  μνήμα πούβογγε,   βαριά – βαριά βογγούσε, κι έκατσα και το ρώτησα μένα καημό μεγάλο.  Σαν τι έχεις μνήμα μ’ και βογγάς και βαριαναστενάζεις.  Μην ειν’  το χώμα σου βαρύ και η πλάκα σου μεγάλη;  Δεν είναι το χώμα μου βαρύ και η πλάκα μου μεγάλη,  παρ’ με βαραίνει η μάνα μου η βαριοπικραμένη,  που μ’ έχασε μικρό – μικρό και μ’ έβαλε στο χώμα. Κι αν θέλετε να ακούσητε κλάματα, μοιρολόγια,  περάσετε απ’ τον Πρεμεντινό κι από την καινούργια στράτα.  Ν’ ακούστε αντρίκια κλάμματα γυναίκεια μοιρολόγια,  ν’ ακούστε την μανούλα μου πως κλαίει και πως θρηνείτε. Μοιρολογάει το γιόκα της κι όλα τα παλληκάρια όπου τα τρώει η μαύρη γης τα έρημα τα ξένα.

Η ΩΡΑ ΤΙΜΑΣΕ

Τίμασε η ώρα τίμασε παιδιά μ’ να ταξιδέψω,  κι αφήνω γεια στο σπίτι μας και χρόνια στα παιδιά μου,  και στα γλυκά τ’ αγγόνια μου τσ’ αφήνω την ευχή μου.  Κι εγώ πάω στην λησμονιά που αλησμονιέται ο κόσμος,  που πάνε οι νιοί και κρύβονται κι οι νιές κι αλησμονιούνται. Πάνε και τα μικρά παιδιά και κλαίνε για την μάνα. Για πέσμου δα μανούλα μου,  σαν πότε τόχεις ν’ άρθεις, να σούχω γιόμα να γευτείς και δείπνο να δειπνήσεις. Τι να σου πω παιδάκι μου,  θα θλίψω την καρδιά μου. Αν φτιάσω γιόμα γεύσου το και δείπνο δείπνησε το κι εγώ δειπνάω τον κορνιαχτό, γεύομαι  μαύρο χώμα σαν κι άλλους νιούς, σαν κι άλλες νιές κι άλλα παιδιά χαμένα.

The post «Νεκρός»» ο Βαλαωρίτης για να ακούσει τα μοναδικά Λευκαδίτικα μοιρολόγια… appeared first on aromalefkadas – Ενημερωτική ιστοσελίδα της Λευκάδας.

Πηγή: Aromalefkadas.gr


Δώνος Προμηθευτική Άμεση εξυπηρέτηση

Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.