Μαθήματα Ποίησης: Μέρος 10ο

Την εποχή που εγώ πήγαινα γυμνάσιο, αρχές 90s δηλαδή, τα σχολεία έβριθαν από κάτι μαθουσαλίξ καθηγητάδες με ακόμα νωπές τις μνήμες των δικών τους μεταπολεμικών μαθητικών χρόνων.

Την εποχή που εγώ πήγαινα γυμνάσιο, αρχές 90s δηλαδή, τα σχολεία έβριθαν από κάτι μαθουσαλίξ καθηγητάδες με ακόμα νωπές τις μνήμες των δικών τους μεταπολεμικών μαθητικών χρόνων. Τότε που οι δάσκαλοι είχαν πολλές φορές μεγαλύτερα κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στα παιδιά από ό,τι οι γονείς τους και αυτό φυσικά γινόταν με την αμέριστη συγκατάθεση των τελευταίων. Οι δάσκαλοι αυτοί λοιπόν, και λόγω ηλικίας, σπανίως μπορούσαν να εμπνεύσουν ένα πιτσιρίκι στην πρώτη δεκαετία της ζωής του. Τα υψηλά νοήματα και τις εκτός εκπαιδευτικής εγκυκλίου ιδέες, μόνο οι νεόκοποι εκπαιδευτικοί, ορμώμενοι από τη φλόγα της νιότης τους κατάφερναν να μεταλαμπαδεύσουν. Ήταν όμως λίγοι και συνήθως τους συναντούσες στα «δευτέρας διαλογής» μαθήματα που και αυτά ήταν μία το πολύ δύο ώρες την εβδομάδα. Ζωγραφική, μουσική… θρησκευτικά. Ναι, κι όμως τις πιο ωραίες, τις πιο απενοχοποιημένες και τις πιο χύμα συζητήσεις τις κάναμε με τους ανθρώπους που είχαν σπούδασει το «λόγο του θεού». Σε πληροφορώ ήταν οι πιο ανεκτικοί τύποι ακόμα και στις βωμολοχίες μας.

 

Έτσι λοιπόν θα σας διηγηθώ μια μικρή ιστορία-παραβολή ενός «θρησκευτικού» του κυρίου Λυράκη. Μια ιστορία που με συντροφεύει ίσαμε τα τώρα, γιατί οι αληθινοί και πιο αγαπητοί άνθρωποι αλλά και δάσκαλοι είναι εκείνοι που έχουν να σου διηγηθούν μια ιστορία, αφού όπως είχε πει ο μακαρίτης Γιώργος Χειμωνάς «το μοναδικό χρέος που αναγνωρίζω σ’ έναν άνθρωπο, είναι να αφηγηθεί μια ιστορία. Την ιστορία του».

Ήταν που λες κάποτε ένας ερημίτης σε κάποιο νησί. Αυτός ο ερημίτης περνούσε τις μέρες του κάνοντας τις καθημερινές δουλειές για την εξοικονόμηση του άρτου του επιούσιου μονολογώντας μέρα-νύχτα την ίδια φράση «Δεν πιστεύω στον θεό. Δεν πιστεύω στον θεό». Κάποια μέρα ένας ιεροκήρυκας μαθαίνει για την ιδιάζουσα περίπτωση του και αποφασίζει να τον επισκεφτεί για να τον γνωρίσει και να τον μεταπείσει. Εκείνος ευγενικότατος όσο και τραχύς τον υποδέχεται για μέρες. Τον ταΐζει, τον κοιμίζει και κάνουν ατελείωτες συζητήσεις. Ο ιεροκήρυκας εις μάτην προσπαθούσε να του αλλάξει τη γνώμη «Είναι βλάσφημο να λες ότι δεν πιστεύεις στο θεό». «Μα αφού δεν πιστεύω» να του αποκρίνεται με μια καθαρότητα βλέμματος και διαύγεια νου ο ερημίτης. Πέρασαν οι μέρες και αποκαμωμένος όσο και απογοητευμένος που ο προσηλυτισμός του απέτυχε παταγωδώς, ο ιερέας παίρνει τη βαρκούλα για να επιστρέψει στη στεριά. Λίγα λεπτά αργότερα και αφού έχει ξεμακρύνει η βάρκα, ακούει μια φωνή από πίσω να του λέει «Εεε, παπά! Ξέχασες το πανωφόρι σου!» έκπληκτος εκείνος γυρίζει και βλέπει την ασκητική μορφή του «βλάσφημου» ερημίτη να περπατάει πάνω στο νερό, σαν άλλος Ιησούς, να φτάνει τη βάρκα και να του δίνει την κάπα του. Εκείνη τη στιγμή ο παπάς έκανε το σταυρό του και του είπε “Συνέχισε, με την ίδια πίστη να μην πιστεύεις στο θεό, καλέ μου άνθρωπε».

 

Αυτή η σκηνή πρέπει να ήταν μεγάλη αποκάλυψη για τον εκπρόσωπο του θεού επί γης. Είδε μπροστά του έναν άνθρωπο ουσιαστικά που είχε υπερβεί την ανθρώπινη του υπόσταση και είχε μετέλθει της θέωσης. Συνειδητοποίησε ότι δεν έχει καμία σημασία το αν λες ότι πιστεύεις και που πιστεύεις, το αν είσαι χριστιανός, μουσουλμάνος, βουδιστής, ινδουιστής ή ασπάζεσαι τη θρησκεία του ιπτάμενου μακαρονοτέρατος. Σημασία έχει να πιστεύεις με την ψυχή σου. Να πιστεύεις ακόμα και στο να μην πιστεύεις. Αρκεί να το κάνεις ολοκληρωτικά και εγκάρδια αρκεί βέβαια αυτή την πίστη σου να μην προσπαθείς να την επιβάλεις, να μην καταπατάς τα όρια του διπλανού σου.

Η πίστη λοιπόν σε έναν στόχο, σε μια ιδέα, σε έναν αγώνα είναι σπουδαίο πράγμα. Άραγε πόσοι ακόμα πιστεύουν ειλικρινά στην αγάπη, την ομορφιά, την αλληλοβοήθεια, τον έρωτα, τη φιλία; Πόσοι όταν όλα πλέον μας οδηγούν στην προσωποποιημένη απομόνωση. Πόσοι πραγματικά δείχνουμε την αγάπη μας έμπρακτα και όχι με like και καρδούλες emoticon; Ή πόσοι αλήθεια μπορούμε να εμπιστευτούμε τον διπλανό μας ή τον φίλο μας ακόμα και με τη ζωή μας; Για το τελευταίο μπορώ μετά βεβαιότητας να πω πως γνωρίζω μετά πάσης βεβαιότητας έξι φιλαράκια 20-25 ετών από τη Λαμία που έκαναν restore my faith in humanity που λένε και στα Άνω Φιλιατρά. Έξι τυπάκια που έβαλαν τη φιλία τους πάνω από την ιδιωτεία και ιδιοτέλεια τους. Που σαν άλλοι ήρωες του Stand By Me στάθηκαν ο ένας πλάι στον άλλο την ύστατη στιγμή. Εκείνη τη στιγμή που άλλοι μεγαλύτεροι και ψευδοιδεολόγοι κώλωσαν και άρχισαν να «δίνουν» τους μέχρι πρότινος συντρόφους τους για να σώσουν το τομάρι τους.

 

Πριν από λίγες μέρες λοιπόν όπως λέει και το δελτίο τύπου «Έξι νεαροί καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών με την κατηγορία της παράβασης περί ναρκωτικών. Συγκεκριμένα οι νεαροί κατελήφθησαν (αντιγράφω χωρίς να παρεμβαίνω) με ένα γραμμάριο ινδικής κάνναβης στην κατοχή τους.»

Αφού αντιπαρέρχομαι το τραγελαφικό της καταδίκης με την μικροποσότητα και δη σε μια περίοδο που όλες σιγά σιγά οι χώρες του δυτικού κόσμου οδεύουν εν μέρει ή και ολοκληρωτικά (βλ. Καναδάς πρόσφατα) προς την αποποινικοποίηση της για λόγους διασκέδασης και όχι απλώς για ιατρικούς, διαβάζω κάτι πραγματικά ανατριχιαστικό «Το μεσημέρι της επομένης κλήθηκαν να απολογηθούν στο πλαίσιο του Αυτοφώρου, με τις κατηγορίες της κατοχής και χρήσης ναρκωτικών, με τους Δικαστικούς Λειτουργούς να ρωτούν σε ποιον άνηκε (είπαμε αντιγράφω χωρίς να παρεμβαίνω) το γραμμάριο. Κανείς όμως δεν ανέλαβε την ευθύνη και παρά την προτροπή της έδρας να αναλάβει κάποιος την ευθύνη ώστε οι υπόλοιποι να αθωωθούν, κάτι τέτοιο δεν έγινε και «έφαγαν» όλοι από τέσσερις μήνες.»

Κανείς δεν ανέλαβε την ευθύνη… Κανείς δηλαδή δεν πρόδωσε τον φίλο του για να τη γλιτώσει. Προτίμησαν να επωμιστούν και οι έξι την ευθύνη παρά να τα φορτώσουν όλα σε κάποιον αποδιοπομπαίο κάφρο. Και αίφνης γίνόμαστε μάρτυρες ενός υπαρκτού γιν-γιανγκ που λένε και οι πότε βούδες πότε κούδες. Ότι δηλαδή μέσα σε ένα καλό ενυπάρχει κάτι κακό και τούμπαλιν.

Πόσο μεγαλειώδης πράξη αυταπάρνησης και βαθιάς πίστης στην αξία της φιλίας είναι αυτή η κίνηση των έξι καταδικασθέντων οέο; Τι μάθημα ζωής μόλις έδωσαν αυτά τα «παλιόπαιδα»; Πόσο ανάγκη έχουμε τώρα από ποτέ τέτοιες αξίες. Έστω και αν νομικά η πράξη τους είναι καταδικαστέα, η στάση τους καταδεικνύει μεγαλείο. Η πίστη τους στο ιδεώδες της φιλίας, της αδελφοσύνης που θα έλεγε και κάποιος Φρανσουάς, η πίστη ότι ενωμένοι μπορούμε να σταθούμε, να αντέξουμε, να τα καταφέρουμε. Η ισχύς εν τη ενώσει που έλεγε κι εκείνος ο μύθος του Αισώπου με τον πατέρα, τους δυο γιους και το μάτσο με τα ξύλα που δεν σπάνε όταν είναι σε δεμάτι.

Ξέρω γίνομαι γραφικός εώς μουσειακός, αλλά πραγματικά είναι ανάγκη να πιστέψουμε σε κάτι πέρα από εμάς. Σε κάτι που ξεπερνά το εγώ μας, την φιλαυτία και τη μονομανία μας. Γιατί οι πιο ωραίες «φωτογραφίες» μας, αυτές που θα μας συντροφεύουν σε όλη μας τη ζωή, είναι εκείνες όπου είμαστε μαζί με άλλους και όχι μόνοι μας με το κινητό μας.

Πηγή: Yupiii.gr


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.