Γιατί γλυκό μου sweetheart?

Πριν από λίγα μόλις χρόνια, μας κακοφαινόταν όταν μαθαίναμε για τον ρατσισμό και την περιθωριοποίηση που βίωσαν οι Ελληνες μετανάστες στην Αμερική, ειδικά στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Η ακμή των Ελλήνων «που πρόκοψαν», ο ρόλος που έπαιξαν και παίζουν στην αμερικανική οικονομία ή και την πολιτική μετά τον πόλεμο, δεν μπορούσαν να χωρέσουν μέσα στην επιγραφή ενός εστιατορίου που απαγόρευε την είσοδο στους Ελληνες.

Εχει σημασία, όμως, να ξέρουμε πώς έζησαν οι άνθρωποι που μετανάστευσαν, για να καταλάβουμε τι πάει να πει ξενιτιά, ξεριζωμός, σκληρή δουλειά και φτώχεια, για να εκτιμήσουμε έστω τις δυσκολίες που πέρασαν τελικά όσοι «τα κατάφεραν» και υλοποίησαν κάποτε το όνειρό τους να πάνε με την κούρσα στην πλατεία του χωριού, επιστρέφοντας.

Κι οι πρώτοι που τα γνώριζαν όλα αυτά ήταν οι ίδιοι που τα βίωσαν. Τα έγραψαν σε ημερολόγια, τα είπαν στα παιδιά τους, τα έκαναν ακόμα και τραγούδια. Στις 29 Αυγούστου το βράδυ, στα Γιάννενα, οι «Τακίμ», καλεσμένοι του Πολιτιστικού Συνδέσμου Ζαγορισίων, έπαιξαν τραγούδια που γράφτηκαν και ακούστηκαν από τους Ελληνες μετανάστες της Αμερικής, υπό τον τίτλο «Γιατί γλυκό μου sweetheart?».

Πάνω από 15 χιλιάδες ελληνικά τραγούδια γράφτηκαν στην Αμερική από το 1896 ώς το ’60 και ήρθαν να γεμίσουν με παρηγοριά, λύτρωση, καημό και χαρούμενες στιγμές τις ζωές εκατομμυρίων μεταναστών. Και τα κείμενα του Λάμπρου Λιάβα, για τις «νύφες» που έφευγαν καραβιές από την Ελλάδα (όπως μας αποκάλυψε τόσο δραματικά και η ταινία του Π. Βούλγαρη και της Ι. Καρυστιάνη), για τα όνειρα επιστροφής στο χωριό που είχε μείνει πίσω ένας έρωτας ή μια μάνα, για τα λειψά μεροκάματα, για τα 18ωρα δουλειάς κάθε μέρα, όλα αυτά τα απορροφούσε το κοινό στην παράσταση, όχι ως πληροφορίες, αλλά σαν μια παλιά γνώση. Κουνούσαν το κεφάλι οι πιο ηλικιωμένοι, γιατί ήξεραν, και οι νεώτεροι καταλάβαιναν, εκ των υστέρων πια, τις μικρές αδιόρατες λέξεις που στοίχειωναν μέσα στα σπίτια τη μοναξιά όσων είχαν πίσω και την αγωνία για όσους είχαν φύγει μακριά.

Και οι «Τακίμ», αυτοί οι εντυπωσιακοί μουσικοί, βουτηγμένοι σαν να αναπνέουν μέσα στη λαϊκή μουσική, τα δημοτικά, τους βαλκάνιους δρόμους, τους εβραϊκούς χορούς και τις ανατολίτικες μελωδίες, με γέφυρες την τζαζ και το σουίνγκ, τους νέους ήχους που γέννησε αυτό τεράστιο χωνευτήρι των ΗΠΑ, έφτιαξαν μια συναυλία που κατάφερε κι έδεσε και τις μνήμες και τις επιθυμίες και τις σκέψεις και τις άδολες ψυχές όλων εκείνων που ήθελαν πάνω απ’ όλα να ζήσουν, μαζί με εμάς σήμερα που ψάχνουμε να καταλάβουμε τι έγινε, ποιοι είμαστε και πού πάμε.

Οσο για το sweetheart του τραγουδιού, με λίγα αμερικάνικα και λίγα ελληνικά μαζί, μάλλον «όχι» πρέπει να απάντησε. Δύσκολοι οι έρωτες, όπου κι αν ζεις κι ό,τι κι αν μιλάς.

Έντυπη έκδοση

 

Πηγή: Efsyn.gr


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.