Δώνος Προμηθευτική Άμεση εξυπηρέτηση

Αγαπημένε μας θείε,

Στη μνήμη του Κωνσταντίνου (Ντίνου) Βουκελάτου

Βιβή Κοψιδά-Βρετού
Αγαπημένε μας θείε,
Μπροστά σου στεκόμαστε τούτη την πικρή, παράξενη της ιστορίας της γενιάς μου ώρα, οι λίγοι δικοί σου άνθρωποι, σε μια χειρονομία προσευχής, ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσει η λυπημένη ψυχή μας μαζί σου. Μια μάχη-η ύστατη-που δεν κερδήθηκε. Συνηθισμένος ήσουν να δίνεις μάχες δια βίου, σε χρόνους πολέμων και σε χρόνους ειρήνης, να πολεμάς με τη σεμνότητα του αληθινού στρατιώτη, που γεννήθηκε για να υπηρετήσει και να τιμήσει το «αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων, μηδέ γένος πατέρων αισχυνέμεν» (Ιλιάδα,Ζ,208).

Σπάνια να σεβαστεί άνθρωπος-όπως σεβάστηκες εσύ- με την πράξη της ζωής του την υπέροχη έννοια της αρχέγονης αριστείας, με την κοινωνική, την ηθική και τη φιλοσοφική της διάσταση, σε μιαν ιδανικευμένη κατάσταση απόλυτης σεμνότητας και σιωπής- όλα τα αληθινά πράγματα γίνονται εν σιωπή. Είναι τυχαίο; Μήπως απλώς μια συμπτωματική σύνθεση βιολογικών υλικών παράγει κάποτε και αυτές τις ανθρώπινες ποιότητες; Οι ιστορικοί, οι ανθρωπολόγοι, οι κοινωνικοί επιστήμονες πάντοτε αναζητούν αιτίες, συνθήκες και περιβάλλοντα. Και το δικό σου περιβάλλον, της οικογένειας του Στάθη Βουκελάτου από την Απόλπαινα και της Καλλιόπης Φραγκούλη (με καταγωγή από την Εγκλουβή), μετατράπηκε σε φυτώριο αρετής και αξιοσύνης, υψηλών ηθικών και ανθρώπινων αρχών, που δεν ήταν των λόγων αλλά διοχετευόταν σε υψηλόφρον ήθος ζωής και καθημερινής πράξης.

Τα λόγια μου τεκμηριώνουν οι μνήμες όλων των ανθρώπων που γνώρισαν, αναστράφηκαν, συνεργάστηκαν και αγάπησαν την οικογένεια. Κι ακόμα –ό,τι πρόλαβα κι εγώ να δω και να καταλάβω-η βιβλιοθήκη του παππού μου του Στάθη, τα βιβλία και τα χειρόγραφα, κυρίως βυζαντινής μουσικής, κώδικας και σημειώσεις λαϊκής ιατρικής-τα τελευταία περιλαμβάνει ο αξέχαστος καθηγητής μου, λαογράφος της Λευκάδας, Πανταζής Κοντομίχης, στο βιβλίο του Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα (εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1985). Και το περιοδικό Εκλογή που μου έφερνε όταν ακόμα δεν είχα τελειώσει καλά-καλά την πρώτη δημοτικού κι αγκομαχούσα να καταλάβω κάτι από τα δύσκολα, ακαταλαβίστικα για μένα τότε, δημοσιεύματα. Πολύ αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια έμαθα ότι ήταν το Μηνιαίο Εικονογραφημένο Περιοδικό, που έβγαζε η Ελένη Βλάχου, του οποίου η έκδοση είχε αρχίσει το 1945, από τον εκδότη της Καθημερινής Γεώργιο Βλάχο. (Το 1950, αρχίζει η δεύτερη περίοδος του περιοδικού, όταν τη διεύθυνση αναλαμβάνει η κόρη του Ελένη Βλάχου).

Κάποια χρόνια πριν, κι ενώ μεγάλωναν οι χρόνοι πίσω σου και οι ιστορίες έμεναν ακίνητες μέσα στο κιβώτιο των μοναχικών σου στιγμών, σου προτείναμε να γράψεις μια μικρή ιστορία της ζωής σου-του κάθε ανθρώπου η ζωή είναι άξια μιας μικρής ιστορίας- καθώς οι αφηγήσεις σου, απλά και με κάποια αίσθηση χιούμορ ειπωμένες πολλές φορές, έπαιρναν τη χροιά όχι μόνο της αξιομνημόνευτης οικογενειακής γενεαλογίας αλλά άρμοζαν -μια ψηφίδα κι αυτές- στον ιστό της μεγάλης, της απρόσωπης γενικής ιστορίας.

Και της έδιναν την αλήθεια της, την αλήθεια του ενός ζωντανού ανθρώπου, όπως την περπάτησε και –κάποτε- όπως την έγραψε. Το πολέμησες κι αυτό. Έγραψες. Με την ίδια απέριττη, σεμνή, ψιθυριστή ταπεινότητα και την αυστηρή, λακωνική έλλειψη του λόγου, τη «Βιογραφία» σου. Μέσα σε είκοσι μόνο σελίδες πύκνωσες τα περιγράμματα μόνον μιας πλούσιας σε εμπειρίες ζωής και διασταυρώσεις περιπετειών της ιστορίας του τόπου σου: παιδικά χρόνια, -γεννήθηκες το 1926-, μέσα στο περιβόλι του αρχοντικού κτηματία μπάρμπα-Στάθη, ησιόδεια ειδύλλια του χρυσού γένους των ανθρώπων. Εφηβεία του πολέμου και της Κατοχής, σχολικά χρόνια στο γυμνάσιο, χρόνια της ιταλικής Κατοχής, με Ιταλό γυμνασιάρχη και Ιταλό καθηγητή της ιταλικής γλώσσας. Σπουδές, θητεία στο στρατό, πόλεμοι … κι άλλα που δεν κατέγραψες-ασθένειες αγαπημένων σου προσώπων, για τα οποία άνοιξες τους δύσκολους δρόμους της Αμερικής καθώς ο τόπος μας τότε που συνέβησαν αυτά καμιά δεν είχε δυνατότητα ιατρικής παρέμβασης. Γενναίος και τότε, όπως στις μάχες, μάχες κι αυτές σε ειρηνικές περιόδους.

Ας ακουστεί η δική σου ήσυχη φωνή: «Προς τους γονείς υπήρχε μεγάλος σεβασμός. Με τη συμπεριφορά και το παράδειγμά τους μας ενέπνεαν την ηθικότητα σε βαθμό που σήμερα δεν υπάρχει. Η κλοπή, το ψέμα, η βλασφημία… ήταν αδιανόητα. Η εγκράτεια εθεωρείτο αρετή… Η Ορθόδοξος Χριστιανική Θρησκεία αποτελούσε τη βάση της ηθικής διαπαιδαγώγησής μας. Τις Κυριακές πηγαίναμε όλοι στην εκκλησία… Στο τραπέζι, πριν αρχίσομε το φαγητό κάναμε το Σταυρό μας, το ίδιο και μετά… Ο πατέρας μου, εκτός από τα αγροτικά, ησχολείτο με την βυζαντινή μουσική. Εκτός από την εκκλησία, έψαλλε τα απογεύματα στον κήπο, έξω από το σπίτι και το βράδυ γύριζε στο σπίτι με τους ψαλμούς του εσπερινού. Συγκεκριμένα θυμάμαι το «Κύριε εκέκραξα προς Σε, εισάκουσόν μου Κύριε…»… Κάθε Κυριακή αγόραζε μια εφημερίδα, την Καθημερινή, και γυρίζοντας από τη Χώρα στο χωριό, τη διάβαζε καβάλα στο άλογο…

Λευκάδα, 2017

«Στη Λευκάδα είχαμε Ιταλική Κατοχή. Εγώ ήμουν τότε, το 1941-1944, 15-18 ετών. Η Ιταλία είχε ουσιαστικά προσαρτήσει τα Ιόνια νησιά στην επικράτειά της. Με μεγάλα γράμματα στους τοίχους, απέναντι από το Κάστρο, στην είσοδο προς τη Λευκάδα, είχαν γράψει τη φράση: MARE NOSTRUM. Στο γυμνάσιο που φοιτούσα έφεραν Ιταλό γυμνασιάρχη και Ιταλό καθηγητή της ιταλικής γλώσσας. Θυμάμαι τις αντιδράσεις των μαθητών όταν έμπαινε στην αίθουσα διδασκαλίας ο Ιταλός καθηγητής. Οι μαθητές χτυπούσαν τα πόδια στο πάτωμα έντονα και ασταμάτητα. Τότε ο καθηγητής πήγαινε και έφερνε τον γυμνασιάρχη για να επιβάλει την τάξη. Ο γυμνασιάρχης ρωτούσε τον καθηγητή ποιος έκανε τη φασαρία και ο καθηγητής απαντούσε: Τuti (όλοι). Επίσης θυμάμαι ένα φαιδρό περιστατικό με τον μαθητή Χρήστο Βρεττό, από τους Τσουκαλάδες, που κατέληξε σε καζούρα. Λέει ο καθηγητής απευθυνόμενος στον Χρήστο. Λες: Σκολάρι σόνο μπόνι (scholari suono boni). Και ο Χρήστος επαναλαμβάνει: «Λες σκολάρι σόνο μπόνι» και συμπληρώνει: «Περ μαντζάρε μακαρόνι…»

«Ο πατέρας μας απεφάσισε για τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς μου, τον Χρήστο και τον Δημήτριο (Μήτσο) να μείνουν στα κτήματα και στο λιτρουβιό. Και τους δύο μικρότερους (εμένα και τον Σπύρο-σπούδασε μαθηματικός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών) να σπουδάσουν. Για τις δυο κοπέλες, την Κασσιανή και τη Δέσποινα (Δέσπω) οικοκυρικά με τη μάνα. Εμένα φρόντισε και μπήκα στη Σχολή Ευελπίδων. Προηγήθηκαν ειδικά φροντιστήρια στη Λευκάδα και στην Αθήνα, μέρα-νύχτα διάβασμα με τη λάμπα και την απόφαση να επιτύχω, αφ’ενός δια να σταδιοδρομήσω στη ζωή αλλά και δια να φανώ αντάξιος των προσδοκιών της οικογένειάς μου και της κοινωνίας. Μεταξύ 416 επιτυχόντων στη Σχολή Ευελπίδων, πέρασα με σειρά 230. Υποψήφιοι ήσαν πλέον των χιλίων. Στη Σχολή ήμουν από το 1946 μέχρι το 1948. Στο τέλος του 1948 βγήκα ανθυπολοχαγός πεζικού».

Η ιστορία και τα δύσκολα που έβαζε στους ανθρώπους σε ακολουθούσε έκτοτε σε όλη σου τη ζωή και τη στρατιωτική καριέρα. Το μόνο που μπορεί διαχρονικά να σε χαρακτηρίσει ήταν μια αριστεία ανώτερης θέασης της ιστορίας της πατρίδας σου και των ανθρώπων, έξω και πέρα από τα φράγματα και τους αποκλεισμούς, τα ρήγματα και τις ρήξεις που δημιουργούν οι ανθρώπινοι πολιτισμοί και μετατρέπουν την ιστορία σε βίωμα τραγικότητας για τους πολλούς.

Ναι, αγαπημένε μας θείε, δεν υπήρξε για σένα παρά η πατρίδα, η οικογένεια και ο άνθρωπος. Το ηθικό καθήκον, με την αυστηρότητα ενός εσωτερικού ακαταπόνητου νόμου, που η συνείδηση υπαγορεύει βαριά ποινολόγια για όσους δεν είναι άξιοι να το υπηρετήσουν. «Στρατιώτης»- δις τραυματισθείς- σε κάθε εξελικτική βαθμίδα της στρατιωτικής σου πορείας. Πόλεμος-ακόμα και στην Κορέα, ένα παιδί μαζί με άλλους Έλληνες στρατιώτες από το 1950 μέχρι το 1952, γενναίος πολεμιστής σε όλες τις μάχες και στη φονικότερη.

που κατέληξε σε νίκη (Οχτώβρης του 1951)-στο ύψωμα Σκοτς, κοντά στον ποταμό Ιμτζίν, διάρκειας επτά ημερών. Ένας «τυχερός» τραυματίας εσύ, ανάμεσα σε 28 άτυχους νεκρούς Έλληνες συστρατιώτες σου και πολύ περισσότερους, γύρω στους 85, τραυματίες. Κι ήταν οι μέρες που έκλεινε το προξενιό της αγαπημένης σου αδελφής Κασσιανής με τον αυτοδημιούργητο νέο από την Καρυά Λευκάδας, τον επικό πατέρα μας, Άγγελο Κοψιδά (Λούντρο). Απέκρυψες τον τραυματισμό σου, τη δύσκολη νοσηλεία σου στον μακρινό τόπο. Η επιστολή που τότε έστειλες στο χωριό, στην ίδια την αδελφή σου και μάνα μου, όταν σου διεμήνυσαν τα χαρούμενα γεγονότα της οικογένειας, και που βρήκα στο οικογενειακό αρχείο, είναι ένα σεπτό κατάλοιπο οικογενειακής και κοινωνικής εντιμότητας, βαθιάς συναισθηματικότητας, όπου οι λέξεις κουβαλούν, πάλι ήσυχα και ουσιαστικά, το εγκιβωτισμένο ήθος πολλών πριν γενεών.

Σε ακολούθησε, χρόνια μετά, μια άλλη τραγωδία της ιστορίας μας. Δεν έμελλε να έχεις –όπως είχες τα πρώτα δύο χρόνια- μέρες ειρηνικές και ανθρώπινες στην Κύπρο, με την ωραία σου οικογένεια, την πανέμορφη και άξια δίπλα σου σύζυγο, Ελευθερία, το γένος Δαρδαμάνη, από την Πρέβεζα και τα δυο σας υπέροχα παιδιά, την Καλλιόπη και τον Βαγγέλη. Το πραξικόπημα διέκοψε τις ειδυλλιακές μέρες στο νησί. Σε βρήκε πάλι πολεμιστή στην τουρκική εισβολή, στη δραματική Επιχείρηση Αττίλας, στις 20 Ιουλίου του 1974.

Φυγαδεύτηκε η οικογένειά σου, μαζί με άλλους, η γυναίκα σου και τα δυο μικρά σας παιδιά, κι εσύ έμεινες να δώσεις έναν ακόμα αγώνα τιμής-σε μια εθνική περιπέτεια για την οποία υπήρξες απόλυτα αθώος και καθαρός. Πόσο αήττητα νικημένος γύρισες στη μικρή πατρίδα, έχοντας για χρόνια εσωτερικευμένο το τραγικό αίσθημα του στρατιώτη που έπαιξε γενναία και έχασε, ένα δραματικό βίωμα ενσυναίσθησης της ιστορίας κι αυτό.

Για δύο ακόμα χρόνια- έμεινες στο στρατό, στο Σύνταγμα Πρεβέζης, Φρούραρχος της πόλης. Αποστρατεύτηκες με τον βαθμό του υποστράτηγου. «Με το εφάπαξ που πήρα αγόρασα το λιοστάσι στη Χελωνοσυκιά», γράφεις εντελώς λιτά στη βιογραφία σου, «και ασχολήθηκα με αγροτικές εργασίες». Ένας άλλος Ρωμαίος Κιγκινάτος εσύ, το ίδιο υψηλόφρων και δίκαιος και ακέραιος, θα βρεθείς ξανά δεμένος με τον ρομαντισμό της γης, που πάντα η αγαθότητα και η ευκαρπία της σε συγκινούσε-άλλωστε γεωπόνος ήθελες να γίνεις…

Αγαπημένε μας θείε
Πάλι στη μοναξιά των δυνατών. Η δραματική συγκυρία των ημερών δεν επιτρέπουν στους ανθρώπους που αγάπησες και σε αγάπησαν να παραβρεθούν στο τελευταίο προσκύνημα. Σε αποχαιρετάμε αθόρυβα, δίχως ασπασμούς και παιάνες-αυτά πίστευες πως είναι για τους απόλεμους, που με αδιόρατη, λεπτή ειρωνεία αλλά και συγκατάβαση για τα μικρά των ανθρώπινων χαρακτήρων-τους είχες γνωρίσει και στα δύσκολα- τους αντιμετώπιζες. Στο χωριό σου κουφοκαίει η άνοιξη. Θα’ρθει, έρχεται ασυγκράτητη. Το περιβόλι που αγναντεύεις από τον πόντζο του παμπάλαιου πατρικού σπιτιού και που στέγασε τον ειρηνικό, μελαγχολικό, αλλά πάντα αγωνιστικό επίλογο της ζωής σου, σου γνέφει διάρκεια… Σε αποχαιρετάμε μ’ένα ματσάκι βιολέττες αυτοδημιούργητες πάνω στο ακοίμητο χώμα της προκοπής σου, εκείνες που θα μένουν αμάραντες στην άυλη ουσία της ζωής και στη φωτογραφία που έχω μαζί σου, μικρό παιδί, στα μονοπάτια του εύκαρπου παραδείσιου περιβολιού. Αφήνεις ωραίους –έστω και πληγωμένους ανθρώπους πίσω σου-τα παιδιά και τα εγγόνια σου, την πληγωμένη αδελφή σου, τα ανήψια σου, τους πολλούς ανθρώπους που γνώρισαν από γενιά σε γενιά την ανώτερη φύση σου. Κι ακόμα ένα απαστράπτον σπαθί, αυτό που είναι τώρα στα δεξιά σου-σύμβολο της ιπποσύνης και της λεβεντιάς σου- μαζί με τα μετάλλια, περιουσία θύμησης για ό,τι μπορεί ο άνθρωπος να αποκαλεί αριστεία στο έπος της αυθεντικής ύπαρξης. Που εκπληρώνει ακέραια ό,τι οι φιλόσοφοι αναζητούν και δεν βρίσκουν-το νόημα ζωής.

Πορεύου εν ειρήνη, καλέ μας θείε…

The post Αγαπημένε μας θείε, appeared first on aromalefkadas – Ενημερωτική ιστοσελίδα της Λευκάδας.

Πηγή: Aromalefkadas.gr


Δώνος Προμηθευτική Άμεση εξυπηρέτηση

Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.