aroma-lefkada.png
Λευκάδα

Η τύχη να είσαι από χωριό!

Γράφει ο Κώστας Σκλαβενίτης




Ένα χωριατόπαιδο και γενικότερα ένας επαρχιώτης όταν ψάξει να βρει τη τύχη του σε μια μεγαλούπολη και μάλιστα την Αθήνα, αρχικά θα εντυπωσιαστεί βλέποντας το μέγεθος, ην πολυκοσμία, τις τακτικές συγκοινωνίες, τους μεγάλους δρόμους, την Ακρόπολη και το Λυκαβηττό ,τον Εθνικό Κήπο ο Σύνταγμα που δεσπόζουν στο κέντρο και φυσικά θα θαυμάσει τους λεβεντόκορμους και ακίνητους τσολιάδες μας μπροστά από τη Βουλή στον Άγνωστο Στρατιώτη.

Πρώτη εντύπωση είναι ότι βρίσκεσαι σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο με άγνωστους ανθρώπους μακριά από φυσιογνωμίες που συναντούσες στη καθημερινότητά σου, από την καλημέρα στο γείτονα ,τους γνωστούς στο χωριό σου, τους φίλους, τους συμμαθητές, το καφετζή, τον μπακάλη, τον ψαρά, όλα αυτά και πολλά άλλα ξαφνικά χάνονται από μπροστά σου.

Βρίσκεσαι μόνος σε ένα διαμέρισμα (κουτί) και δεν γνωρίζεις ποιος μένει δεξιά και αριστερά σου, πάνω και κάτω σου. Ανοίγεις τη πόρτα σου βλέπεις κάποιες άγνωστες φάτσες και διστάζεις να πεις μια καλημέρα. Βγαίνεις στο δρόμο, στριμώχνεσαι πολλές φορές με κάποιους και τους προσπερνάς αδιάφορα. Μπαίνεις στο λεωφορείο, το τρόλεϊ, το τρένο, είσαι «μούρη με μούρη» και δεν σκας ούτε ένα χαμόγελο.

Με το φίλο μου Τιμόθεο Σούνδια στου Μύλους το 1978

Όσα αναφέρω είναι από προσωπική εμπειρία όταν αποφάσισα να εγκαταλείψω το χωριό μου στην όμορφη Λευκάδα για να βρω μια καλύτερη ζωή όπως κάναμε οι περισσότεροι όταν τελειώναμε το στρατιωτικό κι έπρεπε να πάρουμε τη ζωή στα δικά μας πλέον χέρια.

Στη Λευκάδα στις αρχές τις δεκαετίας του ’80 δεν υπήρχαν θέσεις εργασίας για να απασχοληθούν τα νέα παιδιά. Ήτανε πολύ λίγες θέσεις στον ιδιωτικό τομέα και το Δημόσιο χρειαζότανε «δόντι» που λέγανε. Έτσι όλοι σχεδόν παίρναμε την υφασμάτινη βαλιτσούλα μας και φεύγαμε κυρίως για την Αθήνα χωρίς να έχουμε καν βρει τη δουλειά που θα απασχοληθούμε οι περισσότεροι.

Εφ όσον στριμώχτηκα σε ένα ημιυπόγειο δυαράκι μ ένα παλιό συμμαθητή καθημερινά πηγαίναμε στο κέντρο να πάρουμε τις εφημερίδες που μόλις βγαίνανε και ψάχναμε δουλειές από τις αγγελίες. Τότε ήτανε οι εννιά στις δέκα για απασχόληση πλασιέ. Μέσω κάποιου γνωστού κι όχι από αγγελία βρήκα δουλειά σε ένα εργοστάσιο στο Μενίδι.

Στους απόμακρους απο την πόλη Μύλους το 1978

Έμενα στο Παγκράτι, ξυπνούσα στις τέσσερις το πρωί κι έπαιρνα μέσα στη νύχτα τρεις συγκοινωνίες μέχρι να φτάσω στη δουλειά που ξεκινούσε η πρώτη βάρδια στις έξι και επέστρεφα μετά το οκτάωρο εργασίας και τις συγκοινωνίες της επιστροφής στις τέσσερις το απόγευμα δηλ. συνολικά η δουλειά και οι συγκοινωνίες μου έτρωγαν δώδεκα ώρες από την καθημερινότητα μου.

Στη βδομάδα πάνω «με ζώσανε τα φίδια» κι άρχισα να νοσταλγώ το χωριό μου με τους ήρεμους ρυθμούς του, τις ομορφιές του, τη θάλασσα, τον ήλιο και τον καθαρό αέρα. Μετά έξι μήνες έφυγα από το εργοστάσιο και πήγα στο Πειραιά σε ναυτιλιακά έντυπα. Πρώτη απασχόληση ήτανε εξωτερικές δουλειές για το λογιστήριο. Όπου πήγαινα πάντα έπιανα κουβέντα και τους έλεγα για το χωριό μου και την όμορφη Λευκάδα. Στο πορτοφόλι μου είχα πάντοτε μικρές φωτογραφίες και τους έδειχνα το χωριό τη Λυγιά, κυρίως δε τους Μύλους τη Γύρα, το Κάστρο και τον Αη Γιάννη που σημάδεψαν την εφηβική και ερωτική μου ζωή. Στο χαρτοφύλακα που είχα, πάντοτε υπήρχανε αφίσες της Λευκάδας τις οποίες διαρκώς επιδείκνυα.

Στη γιορτή της Φανερωμένης το 1979.
Από αριστερά Κώστας Σκλαβενίτης,Ζώης Σολδάτος,Γιάννης Μπουρδούβαλης και Νίκος Μπόρσας.

Μετά τρία τέσσερα χρόνια ασχολήθηκα με δημόσιες σχέσεις και διαφημίσεις. Έλεγα αυτά που έπρεπε για το περιοδικό μας και κατόπιν νατες πάλι οι φωτογραφίες και οι αφίσες για τη Λευκάδα. Μέσα στο χώρο που εργαζόμουν είχα κολλήσει αφίσες στους τοίχους ακόμη κάτω από το τζάμι του γραφείου.

Μέσα στο σπίτι μου, μάλωνα με την γυναίκα μου διότι έβαζα πάνω στις ξύλινες πόρτες και τα ντουλάπια κολλημένες με σελοτέϊπ φωτογραφίες με τη θέα από το σπίτι που κάποια στιγμή ξεκίνησα να χτίζω στη Λευκάδα.

Λευκάδα όμως δεν ήτανε μόνο οι φυσικές ομορφιές! Λευκάδα ήτανε το σαλάμι αέρος, τα λαδοκούλουρα ,τα μαντολάτα ,οι φακές Εγκλουβής, τα ψάρια, ο γάβρος μαρινάτος δικής μας συνταγής ,ακόμη και το καταπληκτικό χωριάτικο ψωμί.
Όλα αυτά επιστρέφοντας πολλές φορές στην Αθήνα τα πήγαινα δώρα σε πελάτες και φίλους που είχα δημιουργήσει μέσα από τις δημόσιες σχέσεις. Μπαίνοντας στα γραφεία τους έλεγα… σας έφερα… «Άρωμα Λευκάδας»!

Μέσα από την επαγγελματική μου διαδρομή γνώρισα ανθρώπους από το χώρο της Ναυτιλίας οι οποίοι τελικά επισκέφτηκαν τη Λευκάδα επειδή την αγάπησαν πριν ακόμη τη γνωρίσουν από όσα τους είχα πει και δείξει με εικόνες.
Όταν ήρθανε κατάλαβαν όλοι πόσο δίκιο είχα που νοσταλγούσα το όμορφο νησί μου.Οι ίδιοι μας επισκέφτηκαν πέντε και έξι φορές αξιοποιώντας κάποια τριήμερα ή τις διακοπές τους.

Ο εργοδότης μου Ηλίας Καλαποθαράκος στη βεράντα του σπιτιού μου στη Λυγιά Λευκάδας.
Τη συγκεκριμένη φωτογραφία έκανα πόστερ στο γραφείο μου στο Πειραιά,το οποίο υπάρχει ακόμη μετά την αποχώρησή μου εδώ και οκτώ χρονια.

Από την μεγάλη επιθυμία που είχα για την επιστροφή στη πατρίδα μου έκανα κάτι τολμηρό και πολύ επικίνδυνο. Όταν ολοκληρώθηκε το σπίτι που χτίζαμε στη Λευκάδα, έπεισα την οικογένεια μου να εγκατασταθεί μόνιμα στο νησί κι εγώ θα συνέχιζα να εργάζομαι στην Αθήνα διότι οι ανάγκες ήτανε ακόμη μεγάλες για τα δύο παιδιά μας, ενόψει των Πανελληνίων εξετάσεων και των μετέπειτα σπουδών τους.

Συνέχισα να εργάζομαι από τότε περίπου εννιά χρόνια στην Αθήνα μέχρι που ολοκλήρωσαν τα παιδιά και τις σπουδές τους και κάθε βδομάδα έκανα τη διαδρομή Λευκάδα Αθήνα. Έκανα περίπου σαράντα πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα το χρόνο με το αυτοκίνητο και δεν έμεινα ούτε ένα σαββατοκύριακο στην Αθήνα. Ένα εκατομμύριο χιλιόμετρα έχουν γράψει τα αυτοκίνητα μου στα εικοσιπέντε χρόνια που οδηγώ κι όλα είναι στην ίδια διαδρομή.

Όταν έκλεινα τα ραντεβού στο τετράμηνο για το service του αυτοκινήτου στα 15.000 χιλιόμετρα η τηλεφωνήτρια μου έλεγε εάν πρόκειται για ταξί. Όλοι μου λέγανε πως δεν έχουν δει πιο παθιασμένο άνθρωπο με το χωριό του και το τόπο του. Όσοι ταξίδεψαν μέχρι τη Λευκάδα και έβλεπαν τις δυσκολίες της διαδρομής με αποκαλούσαν τρελό. Δεν υπήρχε και η γέφυρα του Ρίου-Αντιρρίου μέχρι το 2004.
Συμφωνούσα μαζί τους αλλά αυτή η τρέλα με αναζωογονούσε. Ερχόμουν κάθε Παρασκευή βράδυ και επέστρεφα συνήθως την Τρίτη το πρωί στη δουλειά διότι ήμουνα και μισθωτός (τη Δευτέρα ο καλός εργοδότης…μου την χάρισε επί πληρωμή).

Με τον φίλο μου και ιδιοκτήτη Ρυμουλκών,Κώστα Λυμπουσάκη στη βεράντα με φόντο το κάστρο του Αγίου Γεωργίου(1807) της Πλαγιάς Αιτωλοακαρνανίας.

Κάποια στιγμή που οι υποχρεώσεις με τις σπουδές των παιδιών τέλειωσαν αποφάσισα να εγκατασταθώ μόνιμα στο νησί. Η επικοινωνία με τους φίλους μου αλλά και πολλούς άλλους ανθρώπους που είχα γνωρίσει μέσα από τη δουλειά μου παρέμεινε κι εγώ συνέχισα και συνεχίζω «το χαβά» μου!

Στέλνω με τα μέσα του internet διαρκώς φωτογραφίες, επίγειες και αέρος μια και τα drones μπήκαν στη ζωή μας, αλλά και «άρωμα Λευκάδας» με το ΚΤΕΛ ή τα πηγαίνω εγώ όταν αραιά πλέον επισκέπτομαι τον Πειραιά.

Τελευταία που γράφω για την δημόσια Ομάδα του facebook στη ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΚΑΤΟΥΝΑΣ αρκετοί φίλοι μου έχουν γίνει μέλη και μας παρακολουθούν. Πάλι δέχονται «βροχή» τις εικόνες από το χωριό μου και τη Λευκάδα, είναι γραφτό τους φαίνεται να μη «γλυτώσουν» από μένα και τις λόξες μου, τα πάθη μου κι όπως αλλιώς μπορεί κάποιος να τα χαρακτηρίσει.

Πολλές φορές στο παρελθόν αρκετοί μου έλεγαν πως είμαι τυχερός που έχω χωριό και κάπου να πάω τις γιορτές αλλά και τα καλοκαίρια, διότι αυτοί είχανε γεννηθεί στην Αθήνα. Όντως αισθάνομαι πολύ τυχερός που είμαι από χωριό και νησί.
Πολύ πιο τυχερός θα έλεγα που έχω δυο χωριά και ένα νησί. Κι ακόμη πιο τυχερός που τα χωριά Κατούνα που γεννήθηκα και Λυγιά που μεγάλωσα μετά τα δέκα μου χρόνια… είναι πανέμορφα στο ωραιότερο νησί που λέγεται Λευκάδα!

Πολλές φορές ξημέρωσα στη Λευκάδα για να απολαύσω μια τέτοια ανατολή.

The post Η τύχη να είσαι από χωριό! appeared first on aromalefkadas – Ενημερωτική ιστοσελίδα της Λευκάδας.

Πηγή: aromalefkadas.gr
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο: Η τύχη να είσαι από χωριό!




loading...